Archive for the ‘ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ’ Category

Η γεωγραφική θέση της Μεσσηνίας στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου, οι εύφορες κοιλάδες γύρω από τον πλωτό και πλούσιο σε ψάρια ποταμό Πάμισο στα νοτιοανατολικά της χώρας, και του Βαλύρα με τους παραπόταμους που διασχίζουν το Στενυκληρικό πεδίο προς βορράν, σε συνδυασμό με το ήπιο μεσογειακό της κλίμα, την ανέδειξαν σε περιοχή ευνοημένη από τη φύση με μεγάλη ποικιλία ζώων που ζουν στην ξηρά και υδρόβια ζωικά είδη, καθώς και με ευρεία παραγωγή αγροτικών προϊόντων, με το ελαιόλαδο να αποτελεί το σημαντικότερο από αυτά.

Εκτός από τους ελαιώνες, οι αμπελώνες και οι οπωρώνες συνεχίζουν και σήμερα να κυριαρχούν στις πεδιάδες της Μεσσηνίας.

Το πεδίο της Στενυκλάρου περιλαμβάνεται στη σημερινή πεδιάδα του Μελιγαλά, ενώ το νοτιότερο τμήμα της μεσσηνιακής πεδιάδας ονομάζεται Μακαρία (ευλογημένη) πεδιάδα του κάτω Πάμισου ποταμού (Στραβ. 8.4.6). Αγνοώ την ετυμολογική προέλευση της λέξης «Μελιγαλάς», όμως το μέλι και το γάλα που έρχονται αναπόφευκτα στο νου παραπέμπουν σε θεϊκές τροφές και σε μυθικών διαστάσεων αγαθά της γης. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου το γεγονός ότι οι κάπροι, τα κοπάδια αγελάδων, τα άγρια σύκα, το κρασί και τα άλλα προϊόντα, τα διάφορα είδη φυτών και ζώων, αναμιγνύονται συχνά με γεγονότα της μεσσηνιακής ιστορίας, στην τοπογραφία και στην αρχαιολογία, στο τέταρτο βιβλίο του Παυσανία τα Μεσσηνιακά (4.4.3, 4.15.6). Πληροφορίες δε για την οινική παραγωγή στη βενετοκρατούμενη Μεσσηνία, στοιχεία για τις ποσότητες τοπικής κατανάλωσης και εξαγωγών, όπως και για τους σχετικούς δασμούς τους, μπορούν να αναζητηθούν στην αναφορά του Zacharia Bembo.

 

ΣΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΟΙ, ΚΡΕΑΤΑ ΚΑΙ ΨΑΡΙΑ

Σε ελληνιστική πυρά ιερού, στην αρχαία Μεσσήνη, βρέθηκε σημαντικός αριθμός πυρακτωμένων σπόρων από σταφύλια, ελιές, κουκουνάρια, αμύγδαλα και κάστανα. Παρόμοιοι πυρακτωμένοι καρποί και σύκα εντοπίστηκαν σε ταφές νηπίων του 2ου αιώνα μ.Χ. σε ταφικό μνημείο έξω από την Αρκαδική Πύλη.

Ο Παυσανίας επισημαίνει (6.26.6) ότι λινάρι, κάνναβη και βύσσος καλλιεργούνταν στη γειτονική Ηλεία όπου υπήρχε και ανεπτυγμένη βιομηχανία μεταξιού. Τα ίδια προϊόντα υπήρχαν και στη Μεσσηνία.

Η θάλασσα που περικλείει τις δυτικές και νότιες ακτές της Μεσσηνίας, όχι μόνο παρείχε αλιευτικά προϊόντα στους κατοίκους της, αλλά συνέδεε τον πληθυσμό της περιοχής με την ευρύτερη Μεσόγειο και την Αδριατική μέσω των λιμανιών της Πύλου και της Κυπαρισσίας. Στα δασώδη όρη της Μεσσηνίας, εκτός από ξυλεία, υπήρχε πάντα και άφθονο κυνήγι. Δεν έλειπαν οι αγριόχοιροι, οι λαγοί, τα κόκκινα ελάφια και οι καφέ αρκούδες.

 

ΣΦΕΛΑ… ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ

Στις πλαγιές και τα λιβάδια έβοσκαν άλογα, βοοειδή και αιγοπρόβατα, που σημαίνει παραγωγή γάλακτος, τυριού και κρέατος, ενώ πουλερικά και μελίσσια ενδημούσαν στις αυλές των σπιτιών.

Σύμφωνα με τον αρχαιοζωολόγο Günter Nobis, μεγαλόσωμα βοοειδή εκτρέφονταν σε ορισμένες περιοχές, ενώ πολλά οστά νεαρών αλόγων βρέθηκαν στη νότια αυλή του Ασκληπιείου της Μεσσήνης, μαζί με οστά μικρών ιθαγενών πτηνών. Η δε παραγωγή παραδοσιακού τύπου τυριών, όπως η μεσσηνιακή σφέλα, φαίνεται ότι έχει ξεκινήσει από την αρχαιότητα.

Για τα άλογα και τα λοιπά βοσκήματα της Μεσσηνίας χαρακτηριστικό είναι σχετικό χωρίο του Πλάτωνα (Αλκιβιάδης, 1.122d).

Επίσης, αρκετά σημαντικός αριθμός θραυσμάτων από κυψέλες μελισσών ήρθαν στο φως σε διάφορα σημεία της αρχαίας Μεσσήνης και της Μεσσηνίας γενικότερα.

 

Η «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΟΦΗ» ΚΑΙ ΤΟ ΨΩΜΙ

Οι χοίροι, η ντόπια «γουρουνοπούλα», υπήρξε εθνική τροφή των Μεσσήνιων, ειδικά κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, όπως άλλωστε και σήμερα. Η αύξηση στην κατανάλωση χοιρείου κρέατος στη Ρωμαϊκή περίοδο προκύπτει από τη μελέτη οστών ζώων που βρέθηκαν στη Μεσσήνη. Στη Ρώμη, από την ύστερη Δημοκρατία και μετά, και στην Αλεξάνδρεια και στην Κωνσταντινούπολη από τον 3ο και 4ο αντίστοιχα αιώνα μ.Χ., η τροφή που διανέμονταν δεν αφορούσε μόνο σε δημητριακά ή ψωμί, αλλά και σε λάδι, φθηνό κρασί και χοιρινό κρέας.

Ο μεγάλος αριθμός από μυλόπετρες που έχει έλθει στο φως στις ανασκαφές υποδεικνύει ότι κάθε οικογένεια άλεθε το δικό της σιτάρι και κριθάρι και διέθετε το δικό της ψωμί κι αλεύρι. Σε περιόδους έλλειψης -εισβολές εχθρών ή σιτοδεία- γίνονταν εισαγωγές σιταριού κυρίως από την Ιταλία, με τη μεσολάβηση των μεσσηνιακών αρχών. Επιγραφή από τη Θουρία του 1ου αιώνα π.Χ. παρέχει λεπτομέρειες αγοράς σιταριού με δημόσια χρήματα, και διανομής του πλεονάσματος σε πολίτες.

Επίσης, κάθε νοικοκυριό διέθετε τον αργαλειό του για την ύφανση ρουχισμού και κλινοσκεπασμάτων, όπως μαρτυρούν οι χιλιάδες αγνύθες, τα υφαντικά δηλαδή βάρη κάθε τύπου, που αποκαλύπτονται με τις ανασκαφές μας.

Την παραγωγή τοπικού οίνου την αποθήκευαν και τη μετέφεραν σε οξυπύθμενους αμφορείς εγχώριας κατασκευής, χωρίς σφραγίσματα στις λαβές. Οι περισσότεροι από τους αμφορείς που αφορούν σε εισαγωγή οίνου, κυρίως από τη Ρόδο και την Κνίδο, ανήκουν χρονικά στα πρώτα χρόνια της Ρωμαϊκής κυριαρχίας μεταξύ του 146 και 30 π.Χ.

 

Ο ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ

Η αγροτική περιουσία και η γαιοκτησία της μεσσηνιακής οικογένειας αποτελούσαν τα θεμέλια της οικονομικής ζωής και βασική προϋπόθεση ανάληψης δημόσιων αξιωμάτων από τα άρρενα μέλη της.

Από τη μακρινή αρχαιότητα πάντως, ο πλούτος της μεσσηνιακής αγροτικής παραγωγής, κατά τα λεγόμενα του ποιητή Τυρταίου, ήταν ο κύριος στόχος της κατακτητικής πολιτικής της Σπάρτης. Μια ληστρική εισβολή των Αιτωλών υπό την ηγεσία του Δωρίμαχου, το 221 π.Χ., είχε στόχο την απαγωγή ζωικού κεφαλαίου, ενώ μια δεύτερη εισβολή «χτύπησε» το μεγάλο κτήμα του Μεσσηνίου Χείρωνα κοντά στην πόλη.

 

ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ

Οι Μεσσήνιοι είχαν άμεσες εμπορικές επαφές με την Αλεξάνδρεια. Οι δε εμπορικές επαφές και οι σχέσεις τους με τη Δύση περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, εισαγωγές από την Ιταλία, που άρχισαν ήδη να κάνουν την εμφάνισή τους από το τέλος του 4ου π.Χ. αιώνα.

Η παραλία της Κυπαρισσίας αντίκριζε τις γνώριμες δυτικές θάλασσες και τις πόλεις με τις οποίες οι Μεσσήνιοι είχαν αναπτύξει ισχυρές πολιτικές, φιλικές και εμπορικές σχέσεις. Μεταξύ των πόλεων αυτών ήταν το Ρήγιο (το σύγχρονο Ρέτζο) και η Μεσσάνα (η σύγχρονη πόλη Messina), όπου είχαν βρει καταφύγιο πολλοί Μεσσήνιοι της διασποράς.

Μεταξύ της Κυπαρισσίας και της Πύλου υπάρχει η νήσος Πρώτη, η οποία δεν είχε κατοίκους κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ενώ κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής κυριαρχίας υπήρχε εκεί ομώνυμο πόλισμα (πολίχνιον) που μνημονεύει ο Στράβων. Σχετικά με τη ναυτιλία, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι διερχόμενοι έμποροι ναυτικοί που προσορμίζονταν στον κολπίσκο του Γραμμένου, στην ανατολική πλευρά του νησιού, χάραζαν τις προσευχές στους για ευπλοΐα στους βράχους. Εφθαναν συνήθως εκεί από τη Μικρά Ασία (Μίλητο, Σμύρνη, Εφεσο, Ασσο, Σελεύκεια), την Λέσβο, την Αθήνα και τη Σικελία.

Οι εμπορικές σχέσεις της Μεσσηνίας με τη Μικρά Ασία, παρά τις δυσκολίες που υπήρχαν λόγω της απόστασης και των κινδύνων της ναυτικής παράκαμψης της Πελοποννήσου και της πλεύσης μέσω του Αιγαίου Πελάγους, επιβεβαιώνονται όχι μόνο από τις επιγραφές της νήσου Πρώτης, αλλά και από έναν αριθμό νομισμάτων από τη Μικρά Ασία που βρέθηκαν σε μεσσηνιακό έδαφος. Ο Ισθμός της Κορίνθου, παρά τις εντυπωσιακές προσπάθειες του Νέρωνα, δεν είχε ακόμα διανοιχθεί. Είναι πιθανόν να συνέχιζαν να σέρνουν τα πλοία μικρού εκτοπίσματος πάνω στην αρχαία δίολκο, η οποία βρισκόταν σε συνεχείς επισκευαστικές εργασίες. Η δίολκος ήταν κατ’ ουσίαν ένας πλακόστρωτος δρόμος, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, τον οποίο χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά διαφόρων αγαθών και μεγάλων λίθων λατομείων από τον Κορινθιακό στο Σαρωνικό Κόλπο, φορτωμένων όχι σε πλοία, αλλά σε κάρα τα οποία τραβούσαν άλογα ή βόδια.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ – ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Οι εξαγωγές και οι εισαγωγές προϊόντων στη Μεσσηνία και τη δυτική Ελλάδα από την Αδριατική πολλαπλασιάστηκαν μετά το 146 π.Χ., και κορυφώθηκαν στα χρόνια του Αυγούστου και του Τιβερίου, όταν Ρωμαίοι και άλλοι πολίτες εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Μεσσήνης. Οι νέοι αυτοί έποικοι έφεραν μαζί τις συνήθειες και τις ιδιαίτερες προτιμήσεις τους στη διατροφής. Οι Μεσσήνιοι διατηρούσαν ανέκαθεν φιλικές σχέσεις με τους Ρωμαίους. Αυτοκράτορες όπως οι Τιβέριος, ο Κλαύδιος, και κυρίως ο Νέρων, αλλά επίσης και οι Τραϊανός, Αδριανός, Σεπτίμιος Σεβήρος, Μάρκος Αυρήλιος και Λούκιος Βέρος τιμήθηκαν από τους Μεσσήνιους με το στήσιμο ανδριάντων στην αγορά και στο θέατρο.

Το πρώτο κύμα μετανάστευσης από την Ιταλία έλαβε χώρα στα χρόνια της ύστερης Δημοκρατίας, με κύρια περιοχή προέλευσης την Καμπανία. Στους χρόνους του Αυγούστου, μια πολυάριθμη ομάδα εφήβων, η οποία αναγράφεται στους εφηβικούς καταλόγους ως ομάδα «Ξένων και Ρωμαίων», προστέθηκε στις πέντε φυλές της Μεσσήνης που μαστιζόταν από ολιγανθρωπία.

Η μεσσηνιακή κοινωνία ήταν μια ευημερούσα, πολυπολιτισμική και κοσμοπολιτική κοινωνία. Η pax Romana είχε οδηγήσει στην ανάδειξη της Μεσσήνης ως πόλης υψηλού κοινωνικού και οικονομικού επιπέδου.

 

ΕΛΑΙΩΝΕΣ, ΛΙΒΑΔΙΑ, ΑΜΠΕΛΙΑ ΚΑΙ ΔΑΣΗ

Τα 9,5 χιλιομέτρων μήκους τείχη της Μεσσήνης, που περιέβαλλαν έκταση 290 εκταρίων, περιείχαν στο εσωτερικό τους ελεύθερες περιοχές μεγαλύτερες από τις δομημένες, όπου δεν υπήρχαν κτήρια αλλά αγροί.

Οι εκτάσεις αυτές περιέκλειαν τον ορεινό όγκο της Ιθώμης για υλοτομία, λατόμηση και βοσκή, καθώς επίσης λιβαδικές επίπεδες επεκτάσεις στα νότια, τα δυτικά και τα ανατολικά του κέντρου της πόλης για την καλλιέργεια και την εκτροφή κατοικίδιων ζώων.

Η εικόνα του αστικού τοπίου της Μεσσήνης στην αρχαιότητα, η ευρύτερη περιοχή της πόλης και των τειχών της, δεν ήταν διαφορετική σε εμφάνιση από το σημερινό αρχαιολογικό πάρκο, με τα μεγαλειώδη, επιβλητικά αρχαία κτήρια να δεσπόζουν μεταξύ των ελαιώνων, των αμπελώνων.

 

ΤΟ ΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ

Η διατροφή των κατοίκων της Μεσσήνης και της Μεσσηνίας κατά την αρχαιότητα βασιζόταν σε φυτικές τροφές (φρούτα, λαχανικά, ψωμί, διάφορα σιτηρά, καρπούς και σπόρους), ελαιόλαδο ως κύρια πηγή λίπους, τυρί και ψάρι σε μέτριες ποσότητες, αυγά, μικρή κατανάλωση κόκκινου κρέατος και τοπικού οίνου. Αυτό ακριβώς είναι το πρότυπο της μεσογειακής διατροφής, διάσημο σήμερα για τα οφέλη του στην υγεία του ανθρώπου.

Πέτρος Θέμελης

Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Advertisements

΄Εθνοαρχαιολογική μελέτη της περιοχής

Ένας από τους στόχους της μελέτης της ιστορίας της περιοχής της Αρχαίας Θουρίας – Μυκηναϊκής Άνθειας  είναι η ανασύνθεση της ζωής της αρχαίας κοινωνίας, της οικονομικής και κοινωνικής τους οργάνωσης και των πρακτικών διαβίωσης. Οι μελετητές – ερευνητές ενδιαφέρονται να αποκαλύψουν το πως ζούσαν και οργάνωναν την καθημερινότητά τους οι άνθρωποι του παρελθόντος, σ’ όλα τα επίπεδα της οργανωμένης ή όχι προσωπικής και κοινωνικής τους ζωής. Η μελέτη επομένως των «χώρων δραστηριότητας» μέσα από την ανάλυση των αρχαιολογικών καταλοίπων συνιστά σημαντικό μέσο για την κατανόηση της προϊστορικής συμπεριφοράς και επομένως και της κοινωνικοοικονομικής οργάνωσης των αρχαίων κοινωνιών. Το άτομο καθορίζεται από την κοινωνία σε ένα βαθύ, θεμελιώδες επίπεδο και επομένως η δράση του, όσο και αν χαρακτηρίζεται από μια περιορισμένη αυτονομία, στην πραγματικότητα ποτέ δεν είναι εντελώς αυτόνομη και ανεξάρτητη. Κατανοώντας επομένως τις εκφάνσεις της ανθρώπινης πράξης και συμπεριφοράς, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, μπορούμε να συνάγουμε συμπεράσματα και για τη δομή και την οργάνωση της κοινωνίας.

Σχηματικό διάγραμμα φυτολίθων , Caroline A.E. Strömberg, University of Washington

Η συνήθως αποσπασματική ωστόσο φύση της αρχαιολογικής μαρτυρίας και η προβληματική συνάφεια των ανασκαφικών δεδομένων συνιστούν ένα σημαντικό πρόβλημα στην προσπάθεια κατανόησης των προϊστορικών πρακτικών. Έτσι, ερωτήματα σχετικά με την κατοίκηση χώρων, τη χρονική αλληλουχία φάσεων εγκατάστασης και χρήσης των «χώρων δραστηριότητας» δεν βρίσκουν πάντα σαφείς απαντήσεις.

Έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να ξεκινήσουμε από την παραδοχή ότι μια συγκεκριμένη χωρική διάταξη καταλοίπων σχετίζεται με ένα σύστημα δυναμικών συνθηκών του παρελθόντος, για να επιδιώξουμε την αναγνώριση στοιχείων-μορφών του χώρου (κατασκευές, κτίσματα, οριοθετημένοι χώροι) προκειμένου να ανιχνευτεί η συγχρονική (οριζόντια) και διαχρονική (κάθετη)  χρήση του.

Η σύγχρονη έρευνα προσπαθεί να δώσει λύσεις στα παραπάνω ζητήματα χρησιμοποιώντας νέες μεθόδους προσέγγισης ανάλογα με την αρχαιολογική θέση, τη διατήρησή της και το είδος των σωζόμενων καταλοίπων της.

Έτσι, παράλληλα με τις παραδοσιακές μεθόδους μελέτης ανασκαφικών υλικών όπως της κεραμικής, των λίθινων και των οστέινων εργαλείων, σήμερα χρησιμοποιούνται διάφορες νέες γεωαρχαιολογικές προσεγγίσεις. Ιδιαίτερα όπου τα απτά-ορατά κατάλοιπα είναι λιγοστά ή απόντα, εφαρμόζονται σύγχρονες μέθοδοι που επιχειρούν να αποκρυπτογραφήσουν την ανθρώπινη παρουσία και δράση με βάση τα μικροσκοπικά ίχνη που διασώζονται στα ιζήματα. Τέτοιες μέθοδοι αφορούν άλλοτε χημικές αναλύσεις ιζημάτων με στόχο την ανακάλυψη ιχνών τροφής ή άλλων οργανικών καταλοίπων (π.χ. δέρματα ζώων) που τεκμηριώνουν τη χρήση ενός χώρου, άλλοτε μικρομορφολογικές αναλύσεις αρχαιολογικών επιχώσεων για την κατανόηση της στρωματογραφίας στη μικροκλίμακα, άλλοτε ανάλυση ζωοαρχαιολογική και άλλων περιβαλλοντικών δεικτών (όστρεα, έντομα), ή τέλος ανάλυση φυτικών καταλοίπων, τόσο μακροσκοπικά – όταν αυτά σώζονται με τη μορφή τμημάτων ξύλων, σπόρων ή ξυλάνθρακα – όσο και μικροσκοπικά (γύρη, φυτόλιθοι).Η εθνοαρχαιολογία είναι επίσης ένας κλάδος που έχει προσφέρει πολλά προς την κατεύθυνση της κατανόησης και μελέτης των χώρων.

Hayley PhD Researcher within the Department of Archaeology at the University of York

Articulated Pearl Millet (Pennisetum glaucum) Leaf Bilobate Phytoliths                                                                                                         Hayley ,  Department of Archaeology , University of York       

 

Στο πλαίσιο της εθνοαρχαιολογικής προσέγγισης για την αναγνώριση της χρήσης του χώρου της περιοχής της Αρχαίας Θουρίας είναι απαραίτητη η μελέτη των ανόργανων φυτικών καταλοίπων, δηλαδή των φυτολίθων. Οι φυτόλιθοι είναι μικροσκοπικές μορφές άμορφου διοξείδιου του πυριτίου (οπάλιος) που δημιουργούνται στα κυτταρικά τοιχώματα του επιδερμικού ιστού των φυτών. Ο οπάλιος τείνει να αντιγράφει το σχήμα των κυττάρων και ως εκ τούτου, μετά την αποσύνθεση των φυτών, απομένει στο ίζημα ως μοναδική μαρτυρία. Οι φυτόλιθοι είναι οι πιο σταθεροί βιογενείς παράγοντες και διατηρούνται στην πλειονότητα των φυσικών περιβαλλόντων, με αποτέλεσμα συχνά να αποτελούν τη μοναδική παλαιοβοτανική μαρτυρία σε μια αρχαιολογική θέση. Άλλωστε το γεγονός ότι σώζονται σε ικανοποιητικές ποσότητες, ώστε να αντιπροσωπεύουν τα ιζήματα, από τα οποία προέρχονται, καθώς και το ότι παρουσιάζουν μορφολογικές διαφοροποιήσεις ταξινομικής σπουδαιότητας τους καθιστούν ένα ισχυρό εργαλείο αποκωδικοποίησης του χώρου, στον οποίο εμπεριέχονται.

Στις  πρόσφατες ανασκαφές στο Φάληρο ( Δεσμώτες του Φαλήρου ) από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα  ASCSA (εργαστήριο Malcolm H. Wiener) καθώς και εκείνες της Αμφίπολης προκειμένου να αποκωδικοποιηθούν οι χώροι ενεπλάκησαν πολλοί επιστήμονες όπως :

Γεωαρχαιολόγοι, Αρχαιοβοτανολόγοι, Αρχαιοσκελετολόγοι, Αρχαιομέτρες, Αρχαιοπολεοδόμοι, Αρχαιοκλιματολόγοι , Βιοαρχαιολόγοι, Ζωοαρχαιολόγοι, Κοινωνιολόγοι  της Αρχαιότητας κλπ.

Το μεγάλο πλήθος των επιστημόνων καθιστά υψηλό το κόστος της ανασκαφής. Στην περιοχή της Αρχαιας Θουρίας η επιχειρούμενη ανασκαφή γίνεται με πενιχρά σχετικά μέσα οπότε δεν είναι δυνατή η αξιοποίηση των φυτολίθων και των υπόλοιπων στοιχείων που θα μπορούσαν αναμφισβήτητα να αποκωδικοποιήσουν τον χώρο. Αυτό είναι ένα μεγάλο εμπόδιο στους ερευνητές που θα προσπαθήσουν να μελετήσουν την ιστορία της περιοχής.

Πρέπει να αναρωτηθούμε αν ο υπερβολικός ενθουσιασμός  για την ανάδειξη της περιοχής μας εμποδίσει να τεκμηριώσουμε  επιστημονικά (συνέδρια , άρθρα κλπ)  τις εκφάνσεις της ανθρώπινης πράξης και συμπεριφοράς των Θουριατών και των Ανφειατών, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από τα αρχαιολογικά κατάλοιπα και μήπως δεν μπορέσουμε να συνάγουμε συμπεράσματα και για τη δομή και την οργάνωση της κοινωνίας τους.

Τέλος προκειμένου να έχει ωφέλιμη ανάδειξη η περιοχή είναι  απαραίτητη η συνεργασία όλων των εμπλεκομένων επιστημόνων με την ανασκαφή (Αρχαιοβοτανολόγοι, Αρχαιοκοινωνιολόγοι, Βιοαρχαιολόγοι, Διατροφολόγοι κλπ) όπως γίνεται στις παραπάνω αναφερόμενες ανασκαφές.

Αν δεν γίνει δυνατή η συνεργασία θα πρέπει να θυμηθούμε τον μύθο της Νιόβης.

καὶ γάρ τ᾽ ἠΰκομος Νιόβη ἐμνήσατο σίτου,τῇ περ δώδεκα παῖδες ἐνὶ μεγάροισιν ὄλοντο ἓξ μὲν θυγατέρες, ἓξ δ᾽ υἱέες ἡβώοντες

Όμηρος Ω 600

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΣΑΡΤΣΙΔΟΥ: Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΦΥΤΟΛΙΘΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ
ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ
Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών 2009

Fabrice Colin; Jean Dominique Meunier (2001). Phytoliths. Washington, DC: Taylor & Francis

Piperno, Dolores R. (1988). Phytolith analysis: an archaeological and geological perspective. Boston: Academic Press

Goldberg, P., V.T. Holliday & C. R. Ferring (2001). Earth Sciences and Archaeology. New York: Kluwer Academic/Plenum Publishers.

Lustek, Robert Karl. (2008). Setting the Archaeology of Maize on Its Ear: The Use of Phytolith Assemblages to Identify Lineages of Maize. University of Minnesota

Courty, M. A., P. Goldberg & R. I. Macphail (1989). Soils and Micromorphology in Archaeology. Cambridge: Cambridge University Press

Davidson, D. A. & M. L. Shackley  (1976). Geoarchaeology: Earth Science and the Past. Boulder: Westview Press

Rapp, G. Jr. & C. L. Hill (1998). Geoarchaeology: The Earth-Science Approach to Archaeological Interpretation. New Haven: Yale University Press

Jr, George V. Roberts; Susan C. Mulholland; Rapp, George Robert (1992). Phytolith systematics: emerging issues. New York: Plenum Press

Caroline A.E. Strömberg, University of Washington

 

https://www.eleftheriaonline.gr/local/politismos/ekdiloseis/item/124414-kentro-meletis-istorias-arxaias-thourias-oi-fytolithoi-tis-arxaias-thourias

Κράτα το

Πρόκειται για ένα περιζήτητο για την νοστιμιά του μανιτάρι της περιοχής αρχαίας Άνθειας – Θουρίας.

Πηγή: Agaricus campestris, Πρόβειο, Κουκουβάκι

Εκδήλωση για τα «Νομίσματα της Αρχαίας Θουρίας» από την KPMG

Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος της KPMG με τους εισηγητές

Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος της KPMG με τους εισηγητές

Η KPMG στο πλαίσιο της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης και σε συνεργασία με την Κυπριακή Νομισματική Εταιρεία διοργάνωσε μια ξεχωριστή εκδήλωση με θέμα «Νομίσματα της Αρχαίας Θουρίας». Η παρουσίαση έγινε από τον Δρ. Γεώργιο Σκούρα στο Πολιτιστικό  Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου.

Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Νομισματικής Εταιρείας Ανδρέας Πιτσιλλίδης χαιρέτησε την εκδήλωση, προσφωνώντας  τους συλλέκτες νομισμάτων, τα μέλη της Κυπριακής Νομισματικής Εταιρείας και όλους όσους παρευρέθηκαν στην εκδήλωση. Στη συνέχεια παρουσίασε  ένα σύντομο βιογραφικό για τον Ελλαδίτη ομιλητή Δρ. Γεώργιο Σκούρα.

Ο Δρ. Σκούρας τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να τεκμηριώσει του λόγους μείωσης της εντροπίας στην ευρύτερη περιοχή της Μυκηναϊκής Άνθειας – Αρχαίας Θουρίας στο πλαίσιο της Κοινωνιολογίας της Αρχαιότητας. Στην παρουσίαση ο Δρ. Σκούρας προσπάθησε να παρουσιάσει όλα τα νομίσματα του Νομισματοκοπείου της Αρχαίας Θουρίας και να συνδέσει τα περισσότερα απ’ αυτά στο πλαίσιο της αρχαιοκοινωνιολογίας, με τον μοναδικό και μεγαλοπρεπή Ναό της Συρίας Θεάς, την άνθιση του εμπορίου στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και την καθοριστική σχέση της Κύπρου με τα παραπάνω και με τους κατοίκους της Αρχαίας Θουρίας.

Skoura

ΙσταρΘουριάται δε εκ της πόλεως εν μετεώρω το αρχαίον οικουμένης ές το πεδίον κατελθόντες οικούσιν, ου μην πάντα πασίγε ουδέ την οίκο πόλιν εκλελοίπασιν αλλά και τείχους ερείπια και ιερόν εστί αυτόθι ονομαζόμενον θεού Συρίας την δε εν τω πεδίω πόλιν ποταμός καλούμενος Άρις παρέξεισι.    Παυσανίας Μεσσηνιακά

Η λατρεία της Συρίας θεάς κυριαρχούσε στην αρχαία Θουρία την εποχή του Παυσανία.  Στη Συρία η θεά ονομαζόταν Ατάργατις ή Δερκετώ. Ταυτιζόταν με την ‘ Ηρα ή την Αφροδίτη Ασσυρία.  Το λατρευτικό της κέντρο ήταν η πόλη, που οι Σύριοι αποκαλούσαν «Mabog ή Maambuki» και οι Μακεδόνες Βαμβύκη. Ήταν κτισμένη στη δεξιά όχθη του Άνω Ευφράτη στη βόρεια Συρία (Αραμαία), επάνω στον κύριο εμπορικό δρόμο, που συνέδεε την Αντιόχεια με τη Μεσοποταμία. Μετά την αναδιοργάνωση του ιερού της από τους Σελευκίδες (γύρω στο 300 π.Χ.) μετονομάστηκε σε Ιεράπολη.

Προτομή της Συρίας Θεάς σε έντονο ανάγλυφο σε λευκό ογκόλιθο. Έχει κυματιστά μαλλιά όπως το νερό , τεράστια μάτια σαν ψάρι και ένα πέπλο που ολοκληρώνεται από δύο ψάρια.  Από το ναό Ναβαταίων στην Υπεριορδανία. Χρονολογείται στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ.

Προτομή της Συρίας Θεάς σε έντονο ανάγλυφο σε λευκό ογκόλιθο. Έχει κυματιστά μαλλιά όπως το νερό , τεράστια μάτια σαν ψάρι και ένα πέπλο που ολοκληρώνεται από δύο ψάρια.
Από το ναό Ναβαταίων στην Υπεριορδανία. Χρονολογείται στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ.

Εδώ η θεά λατρευόταν με τον άρρενα πάρεδρο της Hadad και τον ‘Αδωνη. Είχε μεγάλο και πλούσιο ιερό στο κέντρο της πόλης, κοντά στο οποίο υπήρχε  τεχνητή λίμνη με μεγάλα ψάρια,  που περιγράφει ο Λουκιανός (Περί της Σοριης θεοϋ).  Η παλιότερη παράσταση της θεάς χρονολογείται στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ.,  εποχή των Χαναναίων, επομένως η λατρεία της είναι αρχαιότατη.

Η Θεά φορώντας μια εντυπωσιακή κορώνα ενω πλαισιώνεται από περιστέρια. Από το ναό του Άδωνη

Η Θεά φορώντας μια εντυπωσιακή κορώνα ενω πλαισιώνεται από περιστέρια. Από το ναό του Άδωνη

Στο εξωτερικό ως θεά της διασποράς αποκαλούνταν Συρία Θεά Παρθένος,  Παρθένος,  Συρία Αφροδίτη, Ατάργατις,  Ατάργατις Σώτειρα, Παρθένος Βαμβυκία, Διάσυρος Θεά, Dea «Syria -και συνεκδοχικά «Diasyria (Διασύρια) ή Iasura ή Suria». Ήταν δηλαδή μια θεά που καταγόταν, από τη Συρία, πού η λατρεία της μεταφέρθηκε στα παράλια της Μ. Ασίας, στην Αίγυπτο (Μάγδολα και Φιλαδέλφεια), στα νησιά του Αιγαίου, στην Εύβοια, στην Πελοπόννησο, στην Αιτωλία, στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία και στη Θράκη. Αργότερα μεταφέρθηκε στη Σικελία, στη Ρώμη και στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο μέχρι την Αγγλία.
Κατά κύριο λόγο ήταν μια θεά της γονιμότητας, αλλά, ως προστάτιδα της πόλης και των ανθρώπων της, ήταν επίσης υπεύθυνη για την προστασία τους και την ευημερία. Επιβλητικό ιερό της βρισκόταν στην Ιεράπολη. js4-lgΣυχνά και ευρέως περιγράφοταν ως η γοργόνα-θεά.
Σύζυγος της είναι συνήθως Hadad. Τα περιστέρια και τα ψάρια θεωρούνται ιερά από αυτήν, τα περιστέρια ως έμβλημα της Αγάπης, και τα ψάρια ως σύμβολα της γονιμότητας και της ζωής των υδάτων.
Το όνομα Ατάργατις προκύπτει από την ένωση του θείου ονόματος Αταρ. Το δεύτερο μέρος ( gatis ) μπορεί να σχετίζεται με την ελληνική γάδος «ψάρι» . Για παράδειγμα , το ελληνικό όνομα για το «θαλάσσιο τέρας τη φάλαινα» είναι ο συγγενής όρος κήτος . Έτσι Ατάργατις μπορεί απλά να σημαίνει η θεά ψάρι.
js5-lgΩς συνέπεια του πρώτου μισού του ονόματος  ( Ατάρ γατις)  πολύ συχνά, αν και λανθασμένα μπερδεύεται η Συρία Θεά με την Αστάρτη. Οι δύο θεότητες ήταν πιθανώς ς κοινής καταγωγής και έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά , αλλά οι λατρείες τους είναι ιστορικά διακριτές. Για παράδειγμα σε ναούς της Συρίας Θεάς στο Ascalon,την Ιεράπολη, την Bambyce και την Έδεσσα, υπήρχαν λίμνες με ψάρια που μόνο οι ιερείς της μπορούσαν να αγγίξουν.

Στην Αρχαία Θουρία λόγω του ποταμού Άρι, η λατρεία της θεάς είχε εισαχθεί ήδη από τον 3ο αι. π.Χ. από εμπόρους της Θουρίας, από τους Μακεδόνες και εξελληνισμένους Σύριους εμπόρους , από Σύριους δούλους, αλλά και από αγύρτες ιερείς. Η λατρεία της γενικά συναντάται σε νησιά, σε παραλιακές πόλεις, όπου υπήρχαν συντεχνίες εμπόρων, ψαράδων, ή Σύριοι έμποροι και δούλοι, αλλά και στην ενδοχώρα της κυρίως Ελλάδας, όπου υπήρχαν μεγάλες πηγές, λίμνες ή ποτάμια. Κατά τις ετήσιες γιορτές της Συρίας Θεάς οι κάτοικοι των πόλεων και κωμών γύρω από τα ιερά της πραγματοποιούσαν καταβάσεις στη θάλασσα στις λίμνες ή στα ποτάμια.

Η οπίσθια όψη ενός νομίσματος από την Κυρρηστική που απεικονίζει  την Ατάργατις καβάλα σ ένα λιοντάρι, φορώντας στέμμα  και κρατώντας  σκήπτρο

Η οπίσθια όψη ενός νομίσματος από την Κυρρηστική που απεικονίζει την Ατάργατις καβάλα σ ένα λιοντάρι, φορώντας στέμμα και κρατώντας σκήπτρο

Η θεά δεν είχε πουθενά καθολική λατρεία, αλλά μόνο από θιάσους,- δηλαδή από συλλόγους που δημιουργούνταν χάριν της λατρείας, όπως γίνονταν και με τις άλλες ξενόφερτες λατρείες.
Η Συρία Θεά, η μητέρα του Ιχθύος, πολλές φορές παριστάνεται ως ωραία γυναίκα, με χιτώνα και ιμάτιο, με πύργο στο κεφάλι, άλλοτε όρθια επάνω σε θαλάσσιο κήτος, άλλοτε καθιστή με γυναικείο τρόπο σ’ αυτό. Σύμφωνα με τις φιλολογικές πηγές αρχικά παριστανόταν ως ψάρι με γυναικείο κεφάλι ή με ψαρίσιο το κάτω μέρος του σώματος της, δηλαδή όπως και η Γοργόνα, η αδελφή του Μέγα Αλεξάνδρου. Το ψάρι, όπως το λιοντάρι και το περιστέρι, ήταν τα ιερά της ζώα. Ήταν θεά της γονιμότητας των ανθρώπων, των ζώων, των ψαριών και των πουλιών, αλλά ταυτόχρονα και θεά του θανάτου. Γι’ αυτό με τη διάδοση της λατρείας της σε διάφορους τόπους και λαούς σταδιακά συγκέντρωσε εικονογραφικά χαρακτηριστικά και λατρευτικές υποστάσεις πολλών θεοτήτων, όπως της Αφροδίτης, της Ήρας, της Δήμητρας, της Άρτεμης, της Ρέας-Κυβέλης, της Ίσιδας, της Σελήνης, της Νέμεσης, της Τύχης και των Μοιρών. Σύμφωνα με τις φιλολογικές πηγές και την εικονογραφία τα εμβλήματα της ήταν η άτρακτος, το πηδάλιο, το σκήπτρο, η φιάλη, το κέρας και η δέσμη από στάχυα στα χέρια, ο πύργος, καθώς και ο μηνίσκος και οι ακτίνες στο κεφάλι.

20051225-151425_Jordan_Archeological_Museum_Amman_Atargatas_[Atargatis].med

Οι πρώτες γνωστές ιστορίες για γοργόνες εμφανίστηκαν στην Ασσυριακή μυθολογία το 1000 π.Χ.  Η θεά Αταργάτις, μητέρα της Ασσύριας βασίλισσας Σεμίραμις, αγάπησε έναν θνητό βοσκό και ακούσια τον σκότωσε. Ντροπιασμένη έπεσε μέσα σε μια λίμνη για να πάρει τη μορφή ενός ψαριού, αλλά τα νερά δεν κρύψανε τη θεϊκή της ομορφιά. Συνεπώς πήρε τη μορφή μιας γοργόνας, – άνθρωπος επάνω από τη μέση και ψάρι κάτω από αυτήν.
Σύμφωνα με μια άλλη ιστορία από τον Λατίνο Hyginus, ένα αυγό έπεσε από τον ουρανό μέσα στον Ευφράτη, βγήκε στο έδαφος από τα ψάρια και τα περιστέρια εγκαταστάθηκαν σε αυτό και να εκκολαφθεί.Έτσι γεννήθηκε η Συρία Θεά.

2mermaid13

Οι Έλληνες αναφέρονταν στην Αταργάτις υπό την ονομασία Δερκετώ.
Πριν από το 546 π.Χ., ο Μιλήσιος φιλόσοφος Αναξίμανδρος πρότεινε ότι το ανθρώπινο γένος είχε ξεπηδήσει από υδρόβια είδη ζώων. Πίστευε ότι οι άνθρωποι, με την εκτεταμένη παιδική ηλικία τους, δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν διαφορετικά.
Κατά τον Αθηναίο (346d-e), κάθε μέρα οι ιερείς έφερναν στη θεά ψάρι που ζούσε στη λίμνη, κοντά στο ιερό της και το τοποθετούσαν σε τράπεζα, μπροστά στο άγαλμα της μέσα στο ναό, ωραία μαγειρεμένο, πρώτα βρασμένο και μετά ψημένο.’ Στη συνέχεια οι ιερείς έτρωγαν το ψάρι, που ήταν ιερό ζώο της θεάς, γιατί τρωγόταν σε θυτήριο γεύμα ενώπιον της.

Η οπίσθια όψη ενός νομίσματος του Δημητρίου III απεικονίζει τα ψάρινο σώμα της Ατάργατις, με πέπλο, κρατώντας λουλούδια, ενω πλαισιώνεται από στελέχη κριθαριού.

Η οπίσθια όψη ενός νομίσματος του Δημητρίου III απεικονίζει τα ψάρινο σώμα της Ατάργατις, με πέπλο, κρατώντας λουλούδια, ενω πλαισιώνεται από στελέχη κριθαριού.

Το ψάρι πιθανότατα προσφερόταν ως τροφή σε ειδικές μυστηριακές τελετές, οπότε οι ιερείς και οι μύστες που τα έτρωγαν έφερναν τη θεά μέσα τους και αναγεννώνταν. Η μύηση κατά τις τελετές της Συρίας Θεάς θα είχε έτσι εσχατολογικές επαγγελίες. Σύμφωνα με τον Παυσανία (VII, 26, 7;), όσοι μετείχαν στη λατρεία της Συρίας Θεάς , έπρεπε την καθορισμένη μέρα της μυστηριακής τελετής να είναι «καθαροί», παραμένοντας εγκρατείς και νηστεύοντας. Ο ίδιος περιηγητής (IV, 31, 2) αναφέρει ιερό της Συρίας Θεάς στην Άνω πόλη της Θουρίας της Μεσσηνίας, που πιθανότατα είχε ιδρυθεί στα ελληνιστικά χρόνια. Αργότερα κτίστηκε στην Κάτω πόλη ναός, όπου στήνονταν τα ψηφίσματα της Θουρίας. Στην Αρχαία Θουρία η μύηση γινόταν μετά την επίσημη πομπή, με μυστηριακή τελετή σε ειδικό χώρο, όπου παρευρίσκονταν πολλοί, με τα τιμώμενα πρόσωπα επικεφαλής. Συνήθως η λατρεία της θεάς στην υπόλοιπη Ελλάδα γινόταν σε «οίκους», όπως αρχικά στη Δήλο, δηλαδή σε ειδικούς χώρους για μύηση, γιατί οι συνηθισμένοι ναοί των ελληνικών θεών ήταν ακατάλληλοι για τις ιδιόμορφες αυτές λατρείες. Όπως προαναφέρθηκε, η Συρία Θεά λατρευόταν κυρίως από δούλους, από ψαράδες και εμπόρους, κοντά σε ποτάμια, λίμνες ή στη θάλασσα και θεωρούνταν προστάτιδα τους.
Η έντονη και ιδιόμορφη λατρεία της ιχθυόμορφης αυτής θεάς στη Βοττιαία, (την καρδιά του μακεδόνικου κράτους, που στα χρόνια του Λουκιανού (δεύτερο μισό του 2ου αι. μ.Χ.) χαρακτηριζόταν ως επιχώρια θεός δαίμων και που επιγραφικά μαρτυρείται με την τοπική προσωνυμία Γυρβιάτισσα, καθώς και η έντονη λαϊκή ανάμνηση των δολοφονιών από τους διαδόχους του μακεδονικού θρόνου των παιδιών του Μ. Αλεξάνδρου (του Ηρακλή και του Αλεξάνδρου Δ’), καθώς και των γυναικών, που σχετίζονταν με το μεγάλο στρατηλάτη (της μητέρας του Ολυμπιάδας, των αδελφών του Κλεοπάτρας και Θεσσαλονίκης, των συζύγων του Ρωξάνης και Βαρσίνης), μπορεί να οδήγησαν στη δημιουργία του αρχικού πυρήνα του μύθου της ιχθυόμορφης-σειρηνόμορφης εναλίας δαίμονος Γοργόνας, της ωραίας κόρης ή αδελφής του Μ. Αλεξάνδρου, ο οποίος μας παραδίδεται σχετικά αργά στις πηγές [Ψευδο-Καλλισθένης (300-350 μ.Χ.)]. Μπορεί να υποστηριχτεί δηλαδή, πρώτον, ότι ο μύθος της Γοργόνας στη Μακεδονία έχει τις ρίζες του στα ελληνιστικά χρόνια και δεύτερον, ότι ο μύθος μπορεί να σχετιστεί με τη λατρεία της Συρίας Θεάς, που διαδόθηκε από τη Συρία, κυρίως μετά την αναδιοργάνωση του ιερού της.

Derceto, from Athanasius Kircher's Oedipus Aegyptiacus, 1652.

Derceto, from Athanasius Kircher’s Oedipus Aegyptiacus, 1652.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ένας άλλος μύθος του ρομάντζου του Μ. Αλεξάνδρου («Διήγησις περί του Μ. Αλεξάνδρου δια την Σεμίραμιν») έχει πρωταγωνιστές τον Αλέξανδρο και τη Σεμίραμη, βασίλισσα της Βαβυλώνας, η οποία είχε κατακτήσει τις ίδιες περιοχές, που αργότερα κατέλαβε ο Μακεδόνας βασιλιάς. Το ενδιαφέρον είναι ότι η Σεμίραμη θεωρείτο κόρη της Συρίας Θεάς και συλλατρευόταν μ’ αυτήν στα μεγάλα ιερά της στην Ανατολή.

Παύλος Χρυσοστόμου . Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη κατα το έτος 1989. ‘Εκδοση του ΤΑΠ . Τρίτος Τόμος.

matrifocus

WIKIPEDIA

Κείμενα Αταργάτιδος

ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

P. Lambrechts – P. Noven, Nouvelle Clio 6,-1954, 258-277
W. Drijvers, «Die Dea. Syria und andere svrisohe Gottheiten im Imperium Rom’anum»
Απουλήιο, Μεταμορφώσεις, VII, 24-30, IX,. 1. 4. 8-10
Rh. Bruneau, Recherches sur les Cultes de Dilos a I’epoque hellenistique et a I’epoque imperiale (1970)
F. J. Doelger, IX0TC, II, Der heilige Fisch in den antiken Religionen und in Christentum (1922)
Λουκιανός, «Περί της Συρίης θεού 14»

images1Στη μυθική σύλληψη του Kόσμου το Δέντρο δεν κατέχει στοιχειακή θέση.  Mολαταύτα, πάμπολλες μυθικές κοσμολογίες επιφυλάσσουν στο δέντρο θέση κεντρική: το Δέντρο «είναι» ο Kόσμος, ο Kόσμος «είναι» Δέντρο.
Η λατρεία των δένδρων , φαινόμενο που ξεπερνά τα όρια ενός γεωγραφικού χώρου και προσλαμβάνει σχεδόν παγκόσμιες διαστάσεις σε διαφορετικές ηπείρους και διαφορετικούς πολιτισμούς, ανιχνεύεται καταγωγικά σε πρώιμες εποχές, μέσα από την εικονογραφία του προϊστορικού κόσμου. Το μοτίβο του δέντρου, που εμφανίζεται σχηματοποιημένο, με μια ιερή και κυρίαρχη μορφή να είναι καθισμένη στη βάση του, φαίνεται να έχει επηρεάσει συγγενικούς ή και γειτονικούς πολιτισμούς της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής και να έχει εκφράσει τις θρησκευτικές αντιλήψεις που ως αφετηρία έχουν την ετήσια αναγέννηση της Φύσης.
imagesΣτα παραδείγματα που γνωρίζομε από τον ελληνικό χώρο (π.χ. στα περίφημα κρητικά και μυκηναϊκά δακτυλίδια) το ιερό δέντρο φαίνεται να συνδέεται με την επιφάνεια της θεότητας.  Η θεότητα εμφανίζεται δίπλα στο δέντρο ύστερα από τελετουργίες και χορούς που μοιάζουν εκστατικοί· οι λατρευτές αγγίζουν τα κλαδιά του δέντρου ή τα τραβούν, σε μια προσπάθεια στενότερης επαφής ή τελετουργικού σεισίματος.
H μυθική ολιστική σκέψη , που αναγνωρίζει μεν τις διαφορές αλλά που δεν κάνει, δεν χρειάζεται, αυστηρές ταξινομήσεις προκειμένου να «εννοήσει» τον κόσμο- προσεγγίζει το φαινόμενο της ζωής ως αδιάσπαστη συνέχεια· και τοποθετεί την ύπαρξη του δέντρου στη ζώνη του «οριακού»: μεταξύ φυτικού και ζωικού, άρα κοντά στο θεϊκό.  Oι ομοιότητες του δέντρου με τον άνθρωπο εντυπωσιάζουν, όσο και οι διαφορές του. Η πεποίθηση αυτή του αρχαϊκού ανθρώπου που διατηρήθηκε με την όποια εξέλιξή της μέχρι σήμερα (Βάγια, Μυρτιά κ.λ.π.), τους προϊστορίκούς χρόνους τοποθετείται μέσα στην έννοια της δενδρολατρείας και επιβεβαιώνεται εκτός των άλλων με τα δύο εξαίρετα δείγματα μικροτεχνίας:
το χυτό, συμπαγές σφραγιστικό δακτυλίδι, που βρέθηκε ακουμπισμένο στο στήθος μιας νεκρής γυναίκας (Αρχάνες, Νεκροταφείο Φουρνί) και το σύγχρονό του  χυτό, συμπαγές σφραγιστικό δακτυλίδι, που βρέθηκε στην ‘Ανθεια

Σφραγιστικό δακτυλίδι με σκηνή δενδρολατρείας

Σφραγιστικό δακτυλίδι με σκηνή δενδρολατρείας . Αρχάνες 15ος -16ος Π.Κ.Χ.

Η μικροσκοπική του σφενδόνη διακοσμείται με την πιο σπουδαία και εκφραστική σκηνή της μινωικής θρησκείας. Στο κέντρο εικονίζεται ρωμαλέα γυναικεία μορφή, ίσως θεά ή ιέρεια, που φορεί πλούσιο ένδυμα και έχει ανασηκωμένο το δεξί χέρι σε στάση ευλογίας. Αριστερά της, ένας νεαρός άνδρας, γεμάτος δύναμη και πάθος, αγγίζει ή ξεριζώνει ένα δένδρο, που βρίσκεται μέσα σε τριμερές ιερό με περίβολο. Στην άλλη άκρη της σύνθεσης ένας δεύτερος άνδρας, γονατισμένος, αγκαλιάζει θρηνώντας ένα αντικείμενο, μάλλον ταφικό πίθο. Η δραματική αυτή σκηνή ερμηνεύεται από τους μελετητές ως αναπαράσταση του κύκλου της ζωής, βασικό στοιχείο της μινωικής λατρείας.

ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

Χρυσός σφραγιστικός δακτύλιος με παράσταση θεοτήτων σε άρμα που σύρεται από γρύπες. Μοναδικό θέμα που απαντά μόνο στη μινωική Κρήτη. Άνθεια (θολωτός τάφος)

Χρυσός σφραγιστικός δακτύλιος με παράσταση θεοτήτων σε άρμα που σύρεται από γρύπες. Μοναδικό θέμα που απαντά μόνο στη μινωική Κρήτη.
Άνθεια (θολωτός τάφος) 15ος -16ος Π.Κ.Χ.
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

Στον δακτύλιο εκτός τους ιππόγυπες και το άρμα των  θεοτήτων απεικονίζονται δύο φοίνικες και μία ελιά που μπορούν να θεωρηθούν τα ιερά δένδρα της Μυκηναϊκής Άνθειας σαν στοιχεία δενδρολατρείας.

Ο φοίνικας εμφανίζεται στην τέχνη του προϊστορικού Αιγαίου πολύ νωρίς, στη Μεσομινωική II (1800 – 1700)Π.Κ.Χ., και αποτελεί μακρόβιο και δημοφιλές διακοσμητικό θέμα, αφού απαντάται ανελλιπώς έως και το τέλος της Υστεροελλαδικής III Γ (1190 – 1060) Π.Κ.Χ. σε ποικίλες μορφές θρησκευτικής εικονογραφίας.  Αν και ακολουθεί την πορεία που χαρακτηρίζει τη μυκηναϊκή τέχνη γενικά, αρχίζοντας από φυσιοκρατικές απεικονίσεις και καταλήγοντας σε εντελώς γραμμικές, παραμένει αναγνωρίσιμος και στις πιο αφαιρετικές αποδόσεις για δύο κυρίως λόγους: α) τα σαφή χαρακτηριστικά του (απόλυτη συμμετρία, διακλαδώσεις στον κορμό, χαρακτηριστικά κλαδιά αποτελούμενα από συμμετρικά λογχοειδή φύλλα) και β) την ιδιαίτερη σημασία του στη θρησκευτική εικονογραφία. Η παρουσία ενός ή περισσότερων φοινικόδεντρων δηλώνει το τέμενος, τον ιερό χώρο όπου προσέρχονται οι λατρευτές και διαδραματίζονται τελετουργικά δρώμενα προς τιμήν της θεότητας (θυσίες, αναίμακτες προσφορές, χορός). Το δέντρο σχετίζεται ιδιαίτερα με το βωμό, οπού τελούνται θυσίες ζώων. Ο εικονογραφικός συσχετισμός είναι είτε άμεσος (με την παρουσία των σφαγιασθέντων ή προς θυσία ζώων) είτε έμμεσος (χωρίς την παρουσία των ζώων αλλά με υπαινιγμό της θυσίας). Για παράδειγμα, άμεση δήλωση της θυσίας υπάρχει στο σφραγιδόλιθο Montigny  στον οποίο εικονίζεται το θυσιασμένο ζώο, με τη μάχαιρα ενσφηνωμένη, επάνω σε τράπεζα προσφορών. Δίπλα του βρίσκεται ένας φοίνικας.

Ο σφραγιδόλιθοες Montigny, ο οποίος βρέθηκε ατις Μυκήνες. "Εικονίζει το θυσιασμένο ζώο στην τράπεζα προσφορών. Μουσείο Βερολίνου

Ο σφραγιδόλιθοες Montigny, ο οποίος βρέθηκε ατις Μυκήνες. «Εικονίζει το θυσιασμένο ζώο στην τράπεζα προσφορών. Μουσείο Βερολίνου

Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η παράσταση του συγκεκριμένου σφραγιδόλιθου αποτελεί απεικόνιση των Διπολίων, γιορτής προς τιμήν του Δία, για την οποία «το θυσιαζόμενο ζώο αρχικά αποτελούσε καθεαυτό ενσάρκωση του δαίμονα της βλάστησης του περασμένου έτους, ο οποίος με το θερισμό  (σημ.: το χρόνο κατά τον οποίο τελούνταν η γιορτή) πέθαινε για να παραχωρήσει τη θέση του στο δαίμονα του νέου έτους. Επομένως, ενδέχεται στη γιορτή των Βουφονίων να επέζησε μια πολύ αρχαία (προθεϊστική) ιερουργία για την ευόδωση της βλάστησης.  Ας σημειωθεί ότι ο συσχετισμός του εορτολογίου της κλασικής εποχής με τη μυκηναϊκή είναι θέμα που έχει μελετηθεί διεξοδικά. Ανεξάρτητα με την ορθότητα ή όχι της πρότασης αυτής, η παρουσία του φοινικόδεντρου στη συγκεκριμένη παράσταση προβληματίζει ως προς το αν έχει σχέση με τη θρησκευτική σκηνή ή αν απλώς τοποθετήθηκε ως διακοσμητικό στοιχείο. Ωστόσο, η υπερβολική κύρτωση του φυτού, προκειμένου να χωρέσει στη σφραγιστική επιφάνεια, δίνει την εντύπωση του οργανικού συμπληρώματος.  Επίσης, η συχνή παρουσία του σε έργα με το ίδιο θέμα μαρτυρά ότι ο ρόλος του δεν είναι αυτός του παραπληρωματικού κοσμήματος: δεν βρίσκεται εκεί από το “φόβο του κενού” του καλλιτέχνη, αλλά επειδή η παρουσία του φοίνικα συνέβαλε στη δήλωση της ιερότητας του χώρου.

Η σημασία του Φοίνικα στην Κρητομυκηναϊκή Θρησκεία

Επιπρόσθετα ο ακέραιος ύστερος γεωμετρικός αμφορέας από τις ανασκαφές του Ν. Πλάτωνα στα Αϊτάνια,  αναπαριστά φοινικόδενδρο με χαρακτηριστική  ομοιότητα σε αντίστοιχα θέματα που απαντούν στην Ύστερη Γεωμετρική περίοδο της Δωδεκανήσου.

Ο ΥΓ αμφορέας από τα Αϊτάνια Πεδιάδος (φωτ. Ι. Παπαδάκης-Πλουμίδης)

Ο ΥΓ αμφορέας από τα Αϊτάνια Πεδιάδος (φωτ. Ι. Παπαδάκης-Πλουμίδης)

Επιπλέον, τα κλαδιά του παραπέμπουν στα φτερά των πουλιών και των μιξογενών όντων από τα σύγχρονά τους κνωσιακά εργαστήρια μεταλλοτεχνίας και αγγειογραφίας . Το γεγονός αυτό υποδηλώνει σχέσεις και αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε εργαστήρια διαφορετικών περιοχών της Ανατολικής Μεσογείου, που συνδυάζουν τις τοπικές παραδόσεις με κοινά ανατολικά πρότυπα .
Η διακόσμηση του αμφορέα από τα Αϊτάνια άπτεται της μεγάλης συζήτησης που αφορά στο δέντρο και τους συμβολισμούς του. Όπως είναι γνωστό, το δέντρο αποτελεί ένα διαχρονικό και διαπολιτισμικό εικαστικό σχήμα με «τοτεμικό» χαρακτήρα . Η εποχική αναγέννηση των φύλλων και των καρπών του προκαλούσε ανέκαθεν θαυμασμό στον άνθρωπο . Εγχάρακτα κλαδιά δέντρων κοσμούν οστέινα παλαιολιθικά εργαλεία , ενώ μια πρώιμη συνεικόνιση δέντρου και ανθρώπου σώζεται στα τοιχώματα του μεσολιθικού σπηλαίου Guevas de la Arana στην Ισπανία .

Πιθαράκι με λευκούς φοίνικες σε μαύρο φόντο. Κνωσός, τέλος Παλαιοανακτορικής περιόδου (Δημοπούλου-Ρεθεμιωτάκη Ν., Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, Αθήνα 2005, σ. 257)

Πιθαράκι με λευκούς φοίνικες σε μαύρο φόντο. Κνωσός, τέλος Παλαιοανακτορικής περιόδου (Δημοπούλου-Ρεθεμιωτάκη Ν., Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, Αθήνα 2005, σ. 257)

Η σημειολογία του δέντρου στον αιγαιακό κόσμο απασχολεί την έρευνα για περισσότερο από έναν αιώνα. Πάμπολλες αξιόλογες μελέτες εξετάζουν την εμφάνιση, την εξέλιξη, την εξαφάνιση, την επανεμφάνιση, την απουσία, την παρουσία και γενικά όλες τις «μεταμορφώσεις»  του συγκεκριμένου μοτίβου. Καταδεικνύεται έτσι ότι σε παρεμφερή πολιτισμικά επίπεδα, που ενδεχομένως ποικίλλουν στις επιμέρους δομές και λεπτομέρειές τους, υιοθετούνται συχνά παρόμοιες επιλογές. Παράλληλα, επιβεβαιώνεται η ικανότητα των ισχυρών συμβολικών εικόνων να προσαρμόζονται σε ποικίλα κοινωνικά, οικονομικά, θρησκευτικά ή ιδεολογικά περιεχόμενα.
Στο πλαίσιο αυτό, το μοτίβο του δέντρου επιβιώνει στην αυστηρά ανεικονική τέχνη των Γεωμετρικών Χρόνων , ενώ γίνεται ιδιαίτερα αγαπητό κατά την Ανατολίζουσα περίοδο, στο εικαστικό λεξιλόγιο της οποίας αξιοποιούνται σταθερότυποι της μινωικής-μυκηναϊκής εικονογραφικής παράδοσης, που αντανακλούν τη διατήρηση της λατρείας της φύσης στη συλλογική μνήμη και στην καθημερινότητα των αντίστοιχων κοινωνιών .

Λευκοί φοίνικες σε μελανό βάθος του όψιμου καμαραϊκού ρυθμού

Λευκοί φοίνικες σε μελανό βάθος του όψιμου καμαραϊκού ρυθμού

Ειδικότερα το φοινικόδεντρο, όπως αυτό που κοσμεί το λαιμό του αμφορέα από τα Αϊτάνια, είναι ένα διακοσμητικό θέμα που εμφανίζεται στην αιγαιακή εικονογραφία από τη ΜΜ ΙΙ ήδη περίοδο .  Λευκοί φοίνικες σε μελανό βάθος κοσμούν αγγεία και σκεύη του όψιμου καμαραϊκού ρυθμού , παραπέμποντας στην τοπική χλωρίδα .

Κατά την ΥΜ/ΥΕ Ι-ΙΙΙ  ο φοίνικας, σχηματοποιημένος ή μη, απεικονίζεται ως βασικό ή παραπληρωματικό μοτίβο πολυάριθμων συνθέσεων, πλαισιώνοντας συχνά θρησκευτικές τελετουργίες και ταφικές πρακτικές . Επιπλέον, οι μεστές συμβολικών νοημάτων συνεικονίσεις του με στοιχεία του φυτικού και ζωικού βασιλείου στις κατάγραφες ΥΜ ΙΙΙΑ2-Β λάρνακες , σηματοδοτούν τις απαρχές της εικονολογικής οργάνωσης ενός ιδεατού, «παραδείσιου», Κάτω Κόσμου. Στο πλαίσιο αυτό, ο φοίνικας ταυτίζεται συχνά με το ανατολικό μοτίβο του «Δέντρου της Ζωής» .
Η απεικόνιση, επομένως, του φοινικόδεντρου στον τεφροδόχο αμφορέα από τα Αϊτάνια σύμφωνα με σχετική μελέτη (Χριστίνα Παπαδάκη, Αρχαιολόγος, M.Sc. στην Προϊστορική Αρχαιολογία) δεν είναι τυχαία. Εξάλλου, οι συνθέσεις με συστάδες δέντρων που στα κλαδιά τους κουρνιάζουν πουλιά, ενίοτε με την επιφαινόμενη θεά της φύσης , είναι ιδιαίτερα αγαπητές στα γεωμετρικά ταφικά αγγεία της Κνωσού. Το συγκεκριμένο θέμα αποδίδεται και τρισδιάστατα στα δύο γνωστά πήλινα ομοιώματα ιερού δέντρου με πουλιά από το Νεκροταφείο της Φορτέτσας

πήλινα ομοιώματα ιερού δέντρου με πουλιά

Ομοίωμα δέντρου με πουλιά στα κλαδιά του. Νεκροταφείο Φορτέτσας Κνωσού, 7ος αι. π.Χ. (Δημοπούλου-Ρεθεμιωτάκη Ν., Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, Αθήνα 2005, σ. 378)

, ως κωδικοποιημένη εικονογραφική εκδοχή τής μετά θάνατον ζωής. Το δέντρο, εξάλλου, ως φορέας της ζωής στο διηνεκές, ταυτίζεται σε τελική ανάλυση με την Αθανασία, ενώ έχοντας τις ρίζες στη γη και τα κλαδιά υψωμένα στον ουρανό συνδέει τον Κάτω, τον Άνω και τον Υπεράνω Κόσμο και, συνειρμικά, τον περασμένο, τον τρέχοντα και τον μελλούμενο Χρόνο. Συμπερασματικά, το φοινικόδεντρο στον αμφορέα των Αϊτανίων αποτελεί μία συμβολική εικόνα που εκφράζει, εκ φύσεως, τη βαθιά πίστη των ανθρώπων της εποχής στην αδιάλειπτη αναγέννηση της ζωής.

Evans A., “Mycenaean Tree and Pillar Cult and its Mediterranean Relations” 1901

Χριστίνα Παπαδάκη, Αρχαιολόγος, M.Sc. Δρ Καλλιόπη Εμμ. Γκαλανάκη, Αρχαιολόγος
ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Archaeology: Ύστερος γεωμετρικός αμφορέας με απεικόνιση «Δέντρου της Ζωής»

ΗΛΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ: «Yπό τω δένδρω…» (II)

ΚΩΣΤΗΣ ΓΙΟΥΡΓΟΣ: Μυθολογικά του δέντρου

ΝΙΚΟΣ ΨΙΛΑΚΗΣ : Δενδρολατρία και Θεοφάνεια

Kourou N., “The Sacred Tree in Greek Art. Mycenaean versus Near Eastern Traditions»

Marinatos N., “The Tree as a Focus of Ritual Action in Minoan Glyptik Art”,