Archive for the ‘Εφημερίδες’ Category

Η γεωγραφική θέση της Μεσσηνίας στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου, οι εύφορες κοιλάδες γύρω από τον πλωτό και πλούσιο σε ψάρια ποταμό Πάμισο στα νοτιοανατολικά της χώρας, και του Βαλύρα με τους παραπόταμους που διασχίζουν το Στενυκληρικό πεδίο προς βορράν, σε συνδυασμό με το ήπιο μεσογειακό της κλίμα, την ανέδειξαν σε περιοχή ευνοημένη από τη φύση με μεγάλη ποικιλία ζώων που ζουν στην ξηρά και υδρόβια ζωικά είδη, καθώς και με ευρεία παραγωγή αγροτικών προϊόντων, με το ελαιόλαδο να αποτελεί το σημαντικότερο από αυτά.

Εκτός από τους ελαιώνες, οι αμπελώνες και οι οπωρώνες συνεχίζουν και σήμερα να κυριαρχούν στις πεδιάδες της Μεσσηνίας.

Το πεδίο της Στενυκλάρου περιλαμβάνεται στη σημερινή πεδιάδα του Μελιγαλά, ενώ το νοτιότερο τμήμα της μεσσηνιακής πεδιάδας ονομάζεται Μακαρία (ευλογημένη) πεδιάδα του κάτω Πάμισου ποταμού (Στραβ. 8.4.6). Αγνοώ την ετυμολογική προέλευση της λέξης «Μελιγαλάς», όμως το μέλι και το γάλα που έρχονται αναπόφευκτα στο νου παραπέμπουν σε θεϊκές τροφές και σε μυθικών διαστάσεων αγαθά της γης. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου το γεγονός ότι οι κάπροι, τα κοπάδια αγελάδων, τα άγρια σύκα, το κρασί και τα άλλα προϊόντα, τα διάφορα είδη φυτών και ζώων, αναμιγνύονται συχνά με γεγονότα της μεσσηνιακής ιστορίας, στην τοπογραφία και στην αρχαιολογία, στο τέταρτο βιβλίο του Παυσανία τα Μεσσηνιακά (4.4.3, 4.15.6). Πληροφορίες δε για την οινική παραγωγή στη βενετοκρατούμενη Μεσσηνία, στοιχεία για τις ποσότητες τοπικής κατανάλωσης και εξαγωγών, όπως και για τους σχετικούς δασμούς τους, μπορούν να αναζητηθούν στην αναφορά του Zacharia Bembo.

 

ΣΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΟΙ, ΚΡΕΑΤΑ ΚΑΙ ΨΑΡΙΑ

Σε ελληνιστική πυρά ιερού, στην αρχαία Μεσσήνη, βρέθηκε σημαντικός αριθμός πυρακτωμένων σπόρων από σταφύλια, ελιές, κουκουνάρια, αμύγδαλα και κάστανα. Παρόμοιοι πυρακτωμένοι καρποί και σύκα εντοπίστηκαν σε ταφές νηπίων του 2ου αιώνα μ.Χ. σε ταφικό μνημείο έξω από την Αρκαδική Πύλη.

Ο Παυσανίας επισημαίνει (6.26.6) ότι λινάρι, κάνναβη και βύσσος καλλιεργούνταν στη γειτονική Ηλεία όπου υπήρχε και ανεπτυγμένη βιομηχανία μεταξιού. Τα ίδια προϊόντα υπήρχαν και στη Μεσσηνία.

Η θάλασσα που περικλείει τις δυτικές και νότιες ακτές της Μεσσηνίας, όχι μόνο παρείχε αλιευτικά προϊόντα στους κατοίκους της, αλλά συνέδεε τον πληθυσμό της περιοχής με την ευρύτερη Μεσόγειο και την Αδριατική μέσω των λιμανιών της Πύλου και της Κυπαρισσίας. Στα δασώδη όρη της Μεσσηνίας, εκτός από ξυλεία, υπήρχε πάντα και άφθονο κυνήγι. Δεν έλειπαν οι αγριόχοιροι, οι λαγοί, τα κόκκινα ελάφια και οι καφέ αρκούδες.

 

ΣΦΕΛΑ… ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ

Στις πλαγιές και τα λιβάδια έβοσκαν άλογα, βοοειδή και αιγοπρόβατα, που σημαίνει παραγωγή γάλακτος, τυριού και κρέατος, ενώ πουλερικά και μελίσσια ενδημούσαν στις αυλές των σπιτιών.

Σύμφωνα με τον αρχαιοζωολόγο Günter Nobis, μεγαλόσωμα βοοειδή εκτρέφονταν σε ορισμένες περιοχές, ενώ πολλά οστά νεαρών αλόγων βρέθηκαν στη νότια αυλή του Ασκληπιείου της Μεσσήνης, μαζί με οστά μικρών ιθαγενών πτηνών. Η δε παραγωγή παραδοσιακού τύπου τυριών, όπως η μεσσηνιακή σφέλα, φαίνεται ότι έχει ξεκινήσει από την αρχαιότητα.

Για τα άλογα και τα λοιπά βοσκήματα της Μεσσηνίας χαρακτηριστικό είναι σχετικό χωρίο του Πλάτωνα (Αλκιβιάδης, 1.122d).

Επίσης, αρκετά σημαντικός αριθμός θραυσμάτων από κυψέλες μελισσών ήρθαν στο φως σε διάφορα σημεία της αρχαίας Μεσσήνης και της Μεσσηνίας γενικότερα.

 

Η «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΟΦΗ» ΚΑΙ ΤΟ ΨΩΜΙ

Οι χοίροι, η ντόπια «γουρουνοπούλα», υπήρξε εθνική τροφή των Μεσσήνιων, ειδικά κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, όπως άλλωστε και σήμερα. Η αύξηση στην κατανάλωση χοιρείου κρέατος στη Ρωμαϊκή περίοδο προκύπτει από τη μελέτη οστών ζώων που βρέθηκαν στη Μεσσήνη. Στη Ρώμη, από την ύστερη Δημοκρατία και μετά, και στην Αλεξάνδρεια και στην Κωνσταντινούπολη από τον 3ο και 4ο αντίστοιχα αιώνα μ.Χ., η τροφή που διανέμονταν δεν αφορούσε μόνο σε δημητριακά ή ψωμί, αλλά και σε λάδι, φθηνό κρασί και χοιρινό κρέας.

Ο μεγάλος αριθμός από μυλόπετρες που έχει έλθει στο φως στις ανασκαφές υποδεικνύει ότι κάθε οικογένεια άλεθε το δικό της σιτάρι και κριθάρι και διέθετε το δικό της ψωμί κι αλεύρι. Σε περιόδους έλλειψης -εισβολές εχθρών ή σιτοδεία- γίνονταν εισαγωγές σιταριού κυρίως από την Ιταλία, με τη μεσολάβηση των μεσσηνιακών αρχών. Επιγραφή από τη Θουρία του 1ου αιώνα π.Χ. παρέχει λεπτομέρειες αγοράς σιταριού με δημόσια χρήματα, και διανομής του πλεονάσματος σε πολίτες.

Επίσης, κάθε νοικοκυριό διέθετε τον αργαλειό του για την ύφανση ρουχισμού και κλινοσκεπασμάτων, όπως μαρτυρούν οι χιλιάδες αγνύθες, τα υφαντικά δηλαδή βάρη κάθε τύπου, που αποκαλύπτονται με τις ανασκαφές μας.

Την παραγωγή τοπικού οίνου την αποθήκευαν και τη μετέφεραν σε οξυπύθμενους αμφορείς εγχώριας κατασκευής, χωρίς σφραγίσματα στις λαβές. Οι περισσότεροι από τους αμφορείς που αφορούν σε εισαγωγή οίνου, κυρίως από τη Ρόδο και την Κνίδο, ανήκουν χρονικά στα πρώτα χρόνια της Ρωμαϊκής κυριαρχίας μεταξύ του 146 και 30 π.Χ.

 

Ο ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ

Η αγροτική περιουσία και η γαιοκτησία της μεσσηνιακής οικογένειας αποτελούσαν τα θεμέλια της οικονομικής ζωής και βασική προϋπόθεση ανάληψης δημόσιων αξιωμάτων από τα άρρενα μέλη της.

Από τη μακρινή αρχαιότητα πάντως, ο πλούτος της μεσσηνιακής αγροτικής παραγωγής, κατά τα λεγόμενα του ποιητή Τυρταίου, ήταν ο κύριος στόχος της κατακτητικής πολιτικής της Σπάρτης. Μια ληστρική εισβολή των Αιτωλών υπό την ηγεσία του Δωρίμαχου, το 221 π.Χ., είχε στόχο την απαγωγή ζωικού κεφαλαίου, ενώ μια δεύτερη εισβολή «χτύπησε» το μεγάλο κτήμα του Μεσσηνίου Χείρωνα κοντά στην πόλη.

 

ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ

Οι Μεσσήνιοι είχαν άμεσες εμπορικές επαφές με την Αλεξάνδρεια. Οι δε εμπορικές επαφές και οι σχέσεις τους με τη Δύση περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, εισαγωγές από την Ιταλία, που άρχισαν ήδη να κάνουν την εμφάνισή τους από το τέλος του 4ου π.Χ. αιώνα.

Η παραλία της Κυπαρισσίας αντίκριζε τις γνώριμες δυτικές θάλασσες και τις πόλεις με τις οποίες οι Μεσσήνιοι είχαν αναπτύξει ισχυρές πολιτικές, φιλικές και εμπορικές σχέσεις. Μεταξύ των πόλεων αυτών ήταν το Ρήγιο (το σύγχρονο Ρέτζο) και η Μεσσάνα (η σύγχρονη πόλη Messina), όπου είχαν βρει καταφύγιο πολλοί Μεσσήνιοι της διασποράς.

Μεταξύ της Κυπαρισσίας και της Πύλου υπάρχει η νήσος Πρώτη, η οποία δεν είχε κατοίκους κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ενώ κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής κυριαρχίας υπήρχε εκεί ομώνυμο πόλισμα (πολίχνιον) που μνημονεύει ο Στράβων. Σχετικά με τη ναυτιλία, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι διερχόμενοι έμποροι ναυτικοί που προσορμίζονταν στον κολπίσκο του Γραμμένου, στην ανατολική πλευρά του νησιού, χάραζαν τις προσευχές στους για ευπλοΐα στους βράχους. Εφθαναν συνήθως εκεί από τη Μικρά Ασία (Μίλητο, Σμύρνη, Εφεσο, Ασσο, Σελεύκεια), την Λέσβο, την Αθήνα και τη Σικελία.

Οι εμπορικές σχέσεις της Μεσσηνίας με τη Μικρά Ασία, παρά τις δυσκολίες που υπήρχαν λόγω της απόστασης και των κινδύνων της ναυτικής παράκαμψης της Πελοποννήσου και της πλεύσης μέσω του Αιγαίου Πελάγους, επιβεβαιώνονται όχι μόνο από τις επιγραφές της νήσου Πρώτης, αλλά και από έναν αριθμό νομισμάτων από τη Μικρά Ασία που βρέθηκαν σε μεσσηνιακό έδαφος. Ο Ισθμός της Κορίνθου, παρά τις εντυπωσιακές προσπάθειες του Νέρωνα, δεν είχε ακόμα διανοιχθεί. Είναι πιθανόν να συνέχιζαν να σέρνουν τα πλοία μικρού εκτοπίσματος πάνω στην αρχαία δίολκο, η οποία βρισκόταν σε συνεχείς επισκευαστικές εργασίες. Η δίολκος ήταν κατ’ ουσίαν ένας πλακόστρωτος δρόμος, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, τον οποίο χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά διαφόρων αγαθών και μεγάλων λίθων λατομείων από τον Κορινθιακό στο Σαρωνικό Κόλπο, φορτωμένων όχι σε πλοία, αλλά σε κάρα τα οποία τραβούσαν άλογα ή βόδια.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ – ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Οι εξαγωγές και οι εισαγωγές προϊόντων στη Μεσσηνία και τη δυτική Ελλάδα από την Αδριατική πολλαπλασιάστηκαν μετά το 146 π.Χ., και κορυφώθηκαν στα χρόνια του Αυγούστου και του Τιβερίου, όταν Ρωμαίοι και άλλοι πολίτες εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Μεσσήνης. Οι νέοι αυτοί έποικοι έφεραν μαζί τις συνήθειες και τις ιδιαίτερες προτιμήσεις τους στη διατροφής. Οι Μεσσήνιοι διατηρούσαν ανέκαθεν φιλικές σχέσεις με τους Ρωμαίους. Αυτοκράτορες όπως οι Τιβέριος, ο Κλαύδιος, και κυρίως ο Νέρων, αλλά επίσης και οι Τραϊανός, Αδριανός, Σεπτίμιος Σεβήρος, Μάρκος Αυρήλιος και Λούκιος Βέρος τιμήθηκαν από τους Μεσσήνιους με το στήσιμο ανδριάντων στην αγορά και στο θέατρο.

Το πρώτο κύμα μετανάστευσης από την Ιταλία έλαβε χώρα στα χρόνια της ύστερης Δημοκρατίας, με κύρια περιοχή προέλευσης την Καμπανία. Στους χρόνους του Αυγούστου, μια πολυάριθμη ομάδα εφήβων, η οποία αναγράφεται στους εφηβικούς καταλόγους ως ομάδα «Ξένων και Ρωμαίων», προστέθηκε στις πέντε φυλές της Μεσσήνης που μαστιζόταν από ολιγανθρωπία.

Η μεσσηνιακή κοινωνία ήταν μια ευημερούσα, πολυπολιτισμική και κοσμοπολιτική κοινωνία. Η pax Romana είχε οδηγήσει στην ανάδειξη της Μεσσήνης ως πόλης υψηλού κοινωνικού και οικονομικού επιπέδου.

 

ΕΛΑΙΩΝΕΣ, ΛΙΒΑΔΙΑ, ΑΜΠΕΛΙΑ ΚΑΙ ΔΑΣΗ

Τα 9,5 χιλιομέτρων μήκους τείχη της Μεσσήνης, που περιέβαλλαν έκταση 290 εκταρίων, περιείχαν στο εσωτερικό τους ελεύθερες περιοχές μεγαλύτερες από τις δομημένες, όπου δεν υπήρχαν κτήρια αλλά αγροί.

Οι εκτάσεις αυτές περιέκλειαν τον ορεινό όγκο της Ιθώμης για υλοτομία, λατόμηση και βοσκή, καθώς επίσης λιβαδικές επίπεδες επεκτάσεις στα νότια, τα δυτικά και τα ανατολικά του κέντρου της πόλης για την καλλιέργεια και την εκτροφή κατοικίδιων ζώων.

Η εικόνα του αστικού τοπίου της Μεσσήνης στην αρχαιότητα, η ευρύτερη περιοχή της πόλης και των τειχών της, δεν ήταν διαφορετική σε εμφάνιση από το σημερινό αρχαιολογικό πάρκο, με τα μεγαλειώδη, επιβλητικά αρχαία κτήρια να δεσπόζουν μεταξύ των ελαιώνων, των αμπελώνων.

 

ΤΟ ΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ

Η διατροφή των κατοίκων της Μεσσήνης και της Μεσσηνίας κατά την αρχαιότητα βασιζόταν σε φυτικές τροφές (φρούτα, λαχανικά, ψωμί, διάφορα σιτηρά, καρπούς και σπόρους), ελαιόλαδο ως κύρια πηγή λίπους, τυρί και ψάρι σε μέτριες ποσότητες, αυγά, μικρή κατανάλωση κόκκινου κρέατος και τοπικού οίνου. Αυτό ακριβώς είναι το πρότυπο της μεσογειακής διατροφής, διάσημο σήμερα για τα οφέλη του στην υγεία του ανθρώπου.

Πέτρος Θέμελης

Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Advertisements

΄Εθνοαρχαιολογική μελέτη της περιοχής

Ένας από τους στόχους της μελέτης της ιστορίας της περιοχής της Αρχαίας Θουρίας – Μυκηναϊκής Άνθειας  είναι η ανασύνθεση της ζωής της αρχαίας κοινωνίας, της οικονομικής και κοινωνικής τους οργάνωσης και των πρακτικών διαβίωσης. Οι μελετητές – ερευνητές ενδιαφέρονται να αποκαλύψουν το πως ζούσαν και οργάνωναν την καθημερινότητά τους οι άνθρωποι του παρελθόντος, σ’ όλα τα επίπεδα της οργανωμένης ή όχι προσωπικής και κοινωνικής τους ζωής. Η μελέτη επομένως των «χώρων δραστηριότητας» μέσα από την ανάλυση των αρχαιολογικών καταλοίπων συνιστά σημαντικό μέσο για την κατανόηση της προϊστορικής συμπεριφοράς και επομένως και της κοινωνικοοικονομικής οργάνωσης των αρχαίων κοινωνιών. Το άτομο καθορίζεται από την κοινωνία σε ένα βαθύ, θεμελιώδες επίπεδο και επομένως η δράση του, όσο και αν χαρακτηρίζεται από μια περιορισμένη αυτονομία, στην πραγματικότητα ποτέ δεν είναι εντελώς αυτόνομη και ανεξάρτητη. Κατανοώντας επομένως τις εκφάνσεις της ανθρώπινης πράξης και συμπεριφοράς, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, μπορούμε να συνάγουμε συμπεράσματα και για τη δομή και την οργάνωση της κοινωνίας.

Σχηματικό διάγραμμα φυτολίθων , Caroline A.E. Strömberg, University of Washington

Η συνήθως αποσπασματική ωστόσο φύση της αρχαιολογικής μαρτυρίας και η προβληματική συνάφεια των ανασκαφικών δεδομένων συνιστούν ένα σημαντικό πρόβλημα στην προσπάθεια κατανόησης των προϊστορικών πρακτικών. Έτσι, ερωτήματα σχετικά με την κατοίκηση χώρων, τη χρονική αλληλουχία φάσεων εγκατάστασης και χρήσης των «χώρων δραστηριότητας» δεν βρίσκουν πάντα σαφείς απαντήσεις.

Έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να ξεκινήσουμε από την παραδοχή ότι μια συγκεκριμένη χωρική διάταξη καταλοίπων σχετίζεται με ένα σύστημα δυναμικών συνθηκών του παρελθόντος, για να επιδιώξουμε την αναγνώριση στοιχείων-μορφών του χώρου (κατασκευές, κτίσματα, οριοθετημένοι χώροι) προκειμένου να ανιχνευτεί η συγχρονική (οριζόντια) και διαχρονική (κάθετη)  χρήση του.

Η σύγχρονη έρευνα προσπαθεί να δώσει λύσεις στα παραπάνω ζητήματα χρησιμοποιώντας νέες μεθόδους προσέγγισης ανάλογα με την αρχαιολογική θέση, τη διατήρησή της και το είδος των σωζόμενων καταλοίπων της.

Έτσι, παράλληλα με τις παραδοσιακές μεθόδους μελέτης ανασκαφικών υλικών όπως της κεραμικής, των λίθινων και των οστέινων εργαλείων, σήμερα χρησιμοποιούνται διάφορες νέες γεωαρχαιολογικές προσεγγίσεις. Ιδιαίτερα όπου τα απτά-ορατά κατάλοιπα είναι λιγοστά ή απόντα, εφαρμόζονται σύγχρονες μέθοδοι που επιχειρούν να αποκρυπτογραφήσουν την ανθρώπινη παρουσία και δράση με βάση τα μικροσκοπικά ίχνη που διασώζονται στα ιζήματα. Τέτοιες μέθοδοι αφορούν άλλοτε χημικές αναλύσεις ιζημάτων με στόχο την ανακάλυψη ιχνών τροφής ή άλλων οργανικών καταλοίπων (π.χ. δέρματα ζώων) που τεκμηριώνουν τη χρήση ενός χώρου, άλλοτε μικρομορφολογικές αναλύσεις αρχαιολογικών επιχώσεων για την κατανόηση της στρωματογραφίας στη μικροκλίμακα, άλλοτε ανάλυση ζωοαρχαιολογική και άλλων περιβαλλοντικών δεικτών (όστρεα, έντομα), ή τέλος ανάλυση φυτικών καταλοίπων, τόσο μακροσκοπικά – όταν αυτά σώζονται με τη μορφή τμημάτων ξύλων, σπόρων ή ξυλάνθρακα – όσο και μικροσκοπικά (γύρη, φυτόλιθοι).Η εθνοαρχαιολογία είναι επίσης ένας κλάδος που έχει προσφέρει πολλά προς την κατεύθυνση της κατανόησης και μελέτης των χώρων.

Hayley PhD Researcher within the Department of Archaeology at the University of York

Articulated Pearl Millet (Pennisetum glaucum) Leaf Bilobate Phytoliths                                                                                                         Hayley ,  Department of Archaeology , University of York       

 

Στο πλαίσιο της εθνοαρχαιολογικής προσέγγισης για την αναγνώριση της χρήσης του χώρου της περιοχής της Αρχαίας Θουρίας είναι απαραίτητη η μελέτη των ανόργανων φυτικών καταλοίπων, δηλαδή των φυτολίθων. Οι φυτόλιθοι είναι μικροσκοπικές μορφές άμορφου διοξείδιου του πυριτίου (οπάλιος) που δημιουργούνται στα κυτταρικά τοιχώματα του επιδερμικού ιστού των φυτών. Ο οπάλιος τείνει να αντιγράφει το σχήμα των κυττάρων και ως εκ τούτου, μετά την αποσύνθεση των φυτών, απομένει στο ίζημα ως μοναδική μαρτυρία. Οι φυτόλιθοι είναι οι πιο σταθεροί βιογενείς παράγοντες και διατηρούνται στην πλειονότητα των φυσικών περιβαλλόντων, με αποτέλεσμα συχνά να αποτελούν τη μοναδική παλαιοβοτανική μαρτυρία σε μια αρχαιολογική θέση. Άλλωστε το γεγονός ότι σώζονται σε ικανοποιητικές ποσότητες, ώστε να αντιπροσωπεύουν τα ιζήματα, από τα οποία προέρχονται, καθώς και το ότι παρουσιάζουν μορφολογικές διαφοροποιήσεις ταξινομικής σπουδαιότητας τους καθιστούν ένα ισχυρό εργαλείο αποκωδικοποίησης του χώρου, στον οποίο εμπεριέχονται.

Στις  πρόσφατες ανασκαφές στο Φάληρο ( Δεσμώτες του Φαλήρου ) από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα  ASCSA (εργαστήριο Malcolm H. Wiener) καθώς και εκείνες της Αμφίπολης προκειμένου να αποκωδικοποιηθούν οι χώροι ενεπλάκησαν πολλοί επιστήμονες όπως :

Γεωαρχαιολόγοι, Αρχαιοβοτανολόγοι, Αρχαιοσκελετολόγοι, Αρχαιομέτρες, Αρχαιοπολεοδόμοι, Αρχαιοκλιματολόγοι , Βιοαρχαιολόγοι, Ζωοαρχαιολόγοι, Κοινωνιολόγοι  της Αρχαιότητας κλπ.

Το μεγάλο πλήθος των επιστημόνων καθιστά υψηλό το κόστος της ανασκαφής. Στην περιοχή της Αρχαιας Θουρίας η επιχειρούμενη ανασκαφή γίνεται με πενιχρά σχετικά μέσα οπότε δεν είναι δυνατή η αξιοποίηση των φυτολίθων και των υπόλοιπων στοιχείων που θα μπορούσαν αναμφισβήτητα να αποκωδικοποιήσουν τον χώρο. Αυτό είναι ένα μεγάλο εμπόδιο στους ερευνητές που θα προσπαθήσουν να μελετήσουν την ιστορία της περιοχής.

Πρέπει να αναρωτηθούμε αν ο υπερβολικός ενθουσιασμός  για την ανάδειξη της περιοχής μας εμποδίσει να τεκμηριώσουμε  επιστημονικά (συνέδρια , άρθρα κλπ)  τις εκφάνσεις της ανθρώπινης πράξης και συμπεριφοράς των Θουριατών και των Ανφειατών, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από τα αρχαιολογικά κατάλοιπα και μήπως δεν μπορέσουμε να συνάγουμε συμπεράσματα και για τη δομή και την οργάνωση της κοινωνίας τους.

Τέλος προκειμένου να έχει ωφέλιμη ανάδειξη η περιοχή είναι  απαραίτητη η συνεργασία όλων των εμπλεκομένων επιστημόνων με την ανασκαφή (Αρχαιοβοτανολόγοι, Αρχαιοκοινωνιολόγοι, Βιοαρχαιολόγοι, Διατροφολόγοι κλπ) όπως γίνεται στις παραπάνω αναφερόμενες ανασκαφές.

Αν δεν γίνει δυνατή η συνεργασία θα πρέπει να θυμηθούμε τον μύθο της Νιόβης.

καὶ γάρ τ᾽ ἠΰκομος Νιόβη ἐμνήσατο σίτου,τῇ περ δώδεκα παῖδες ἐνὶ μεγάροισιν ὄλοντο ἓξ μὲν θυγατέρες, ἓξ δ᾽ υἱέες ἡβώοντες

Όμηρος Ω 600

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΣΑΡΤΣΙΔΟΥ: Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΦΥΤΟΛΙΘΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ
ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ
Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών 2009

Fabrice Colin; Jean Dominique Meunier (2001). Phytoliths. Washington, DC: Taylor & Francis

Piperno, Dolores R. (1988). Phytolith analysis: an archaeological and geological perspective. Boston: Academic Press

Goldberg, P., V.T. Holliday & C. R. Ferring (2001). Earth Sciences and Archaeology. New York: Kluwer Academic/Plenum Publishers.

Lustek, Robert Karl. (2008). Setting the Archaeology of Maize on Its Ear: The Use of Phytolith Assemblages to Identify Lineages of Maize. University of Minnesota

Courty, M. A., P. Goldberg & R. I. Macphail (1989). Soils and Micromorphology in Archaeology. Cambridge: Cambridge University Press

Davidson, D. A. & M. L. Shackley  (1976). Geoarchaeology: Earth Science and the Past. Boulder: Westview Press

Rapp, G. Jr. & C. L. Hill (1998). Geoarchaeology: The Earth-Science Approach to Archaeological Interpretation. New Haven: Yale University Press

Jr, George V. Roberts; Susan C. Mulholland; Rapp, George Robert (1992). Phytolith systematics: emerging issues. New York: Plenum Press

Caroline A.E. Strömberg, University of Washington

 

https://www.eleftheriaonline.gr/local/politismos/ekdiloseis/item/124414-kentro-meletis-istorias-arxaias-thourias-oi-fytolithoi-tis-arxaias-thourias

Κράτα το

ΧΡΥΣΑΑΦΙ!! ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΕΣΣΗΝΙΑΝ
ΤΙ ΕΙΝΕ Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ
ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΥΠO ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΝ ΕΠΟΨΙΝ
ΤΙ ΛΕΓΟΥΝ ΟΙ ΙΔΙΚΟΙ
Ἐγράφη πρὸ τριῶν καὶ πλέον ἑβδομάδων εἰς τὰς ἐφημερίδας ἡ εἴδησις ὅτι εἰς τίνας ἀγροὺς παρὰ τὸ χωρίον Ντελήμινι τῆς Μεσσηνίας εὑρίσκεται χρυσὸς εἰς μικρὰ ψήγματα ἀναμεμιγμένα μετὰ χώματος.
Εἷς χωρικὸς εἶχεν ἔλθει ἐκ τοῦ χωρίου τούτου εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ προσήγαγεν εἰς τὸν καθηγητὴν κ. Μητσόπουλον σακκίδιον πλῆρες χώματος, ἐν τῷ ὁποίῳ περιείχοντο λεπτότατα τεμάχια συρμάτων ἐκ χρυσοῦ, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν μετὰ τὴν γενομένην πλύσιν τοῦ χώματος.
Ὁ χρυσὸς, ὅστις περιείχετο ἐν τῷ σακκιδίῳ ἦτο βάρους 1 1)2-2 γραμμαρίων καὶ παρεδόθη τότε εἰς τὸ Ἀρχαιολογικὸν τμῆμα τοῦ ὑπουργείου τῆς Παιδείας, καθόσον ἦτο κατειργασμένος καὶ ἐφαίνετο προερχόμενος ἐξ ἀρχαίων χρυσῶν κοσμημάτων.
Ποῦ εὑρίσκεται τὸ χρυσάφι
Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τότε ἀνέθεσεν εἰς τὸν διακεκριμένον χημικόν μας κ. Π. Ζαλοκώσταν καὶ τὸν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καθηγητὴν τῆς Γεωλογίας κ. Κ. Μητσόπουλον ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὸ Δελήμινι καὶ ἐπιτοπίως προβῶσιν εἰς ἐρεύνας πρὸς ἐξακρίβωσίν του ἂν ὁ ἐκεῖ εὑρισκόμενος χρυσὸς εἶνε πράγματι αὐτοφυὴς ἢ ἂν προέρχεται ἐξ ἀρχαίων κοσμημάτων.
Τὸ χωρίον Δελήμινι κεῖται εἰς ἀπόστασιν τριῶν περίπου ὡρῶν ἀπὸ τῆς πόλεως τῶν Καλαμῶν ἐν τῷ μέσῳ δύο λόφων καὶ πλησιέστατα τῆς ἐκ Καλαμῶν εἰς Θουρίαν ἀγούσης δημοσίας ὁδοῦ.
Ὁ ἀγρὸς ἐν τῷ χώματι τοῦ ὁποίου εὑρέθησαν τὰ ψήγματα τοῦ χρυσοῦ εὑρίσκεται μεταξὺ τοῦ χωρίου καὶ τῆς ἁμαξίτης ὁδοῦ κατωφερὴς, κλινὼν πρὸς τὴν δημοσίαν ὁδὸν.
Ὅλοι οἱ χωρικοὶ τὸν γνωρίζουν καὶ πολλάκις ἀπὸ αὐτὸν ἔβγαλαν ἀρκετὰ χρήματα. Δὲν ἔχει κανεὶς παρὰ νὰ σκάψῃ εἰς βάθος 20-30 ἑκατοστομέτρων διὰ νὰ εὕρῃ χῶμα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὑπάρχει χρυσός.
Πρὸς ἀποχωρισμὸν τοῦ χρυσοῦ ἐκ τοῦ χώματος οἱ χωρικοὶ μεταχειρίζονται πρωτογενὲς εἶδος πλυντηρίου. Γεμίζουν ἕνα ταψὶ χῶμα καὶ ἕνα καζάνι νερό, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεβοκατεβάζουν τὸ ταψὶ μέχρις ὅτου τὸ χῶμα πασυρθῇ διαλυόμενον ὑπὸ τοῦ ὕδατος.
Ἐννοεῖται ὅτι ὁ χρυσὸς δὲν εὑρίσκεται ἐν τοσαύτη ἀφθονίᾳ, ὥστε νὰ μπορῇ κανεὶς νὰ πλουτήσῃ μὲ ἕνα ταψὶ χώματος, ὅπως ἡ φαντασία τῶν χωρικῶν τῶν πέριξ ἐμεγαλοποίησε. Συμβαίνει μάλιστα πολλάκις ἡμερῶν ἐργασία νὰ μένῃ ἄνευ ἀποτελέσματος.
Ἔνας χωρικὸς, ὅστις ἐπαγγέλεται καὶ τὸν ἰατρὸν εἰς τὰ πέριξ χωρία βγάζει χρυσάφι 200-250 δραχμῶν κατ’ ἔτος.
Ὁ ἀγρὸς ὅπως εἶνε ἐπικλινὴς εἶνε φυσικὸν πλυντήριον. Τὸν χειμῶνα, ὅταν οἱ δύο ῥύακες, οἵτινες τὸν περιβρέχουν, κατεβάζουν πολὺ νερό, ἀρκετὸν χῶμα παρασύρεται πρὸς τὴν δημοσίαν ὁδὸν περιέχον τεμάχια χρυσοῦ τὰ ὁποῖα πρὶν ἢ φθάσουν εἰς τὸν χάνδακα τῆς ὁδοῦ ἐναποτίθενται ὡς βαρυτέρα εἰς τὰς ὀπὰς καὶ τὰ χάσματα στρώματος ἀσβεστολίθου, τὸ ὁποῖον διασχίζει κατὰ πλάτος τὸν ἀγρόν.
Τὶ εἴδους χρυσάφι εἶνε
Ὁ κ. Μητσόπουλος καὶ ὁ κ. Ζαλοκώστας μεταβάντες ἐκεῖ ἐξήτασαν τοὺς χωρικοὺς οἵτινες πρόθυμοι ἔδωκαν εἰς αὐτοὺς μερικὰ ἐκ τῶν εὑρημάτων των, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ζαλοκώστας ἔφερεν ἀρκετὰ μεθ’ ἑαυτοῦ πρὸς ἐξέτασιν.
Εἶνε ὅλα χρυσὸς κατειργασμένος ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ἐλαφρὰν ὀξείδωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποστῇ ὁ ἐν τῷ χρυσῷ ἀναμεμιγμένος χαλκός.
Εἶνε μικροὶ λεπτότατοι κρίκοι, ἁλύσσεις λεπταὶ, στρογγυλὰ κοκκία κούφια, φύλλα λεπτοτάτης ἐργασίας καὶ ἄλλα τεμάχια προφανῶς ἐκ κοσμημάτων προερχόμενα.
Περὶ αὐτοφυοῦς χρυσοῦ βεβαίως οὐδεὶς δυνατὰ νὰ γίνῃ λόγος ἀποφαίνονται οἱ δύο ἐπιστήμονες διότι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ εὑρεθεὶς χρυσὸς περιέχει ἐν ἀναμίξει καὶ χαλκὸν, ὁ ἀγρὸς οὗτος οὐδὲν γεωλογικὸν στρῶμα παρουσιάζει ἐκ τῶν γνωστῶν ὡς περιεχόντων τὸ πολύτιμον μέταλλον. Ἀποτελεῖται ἐξ ἐπιχωματώσεων μόνον.
Μεταξὺ τῶν τεμαχίων τοῦ κατειργασμένου χρυσοῦ εὑρίσκονται καὶ ἄφθονα κοκκία προερχόμενα ἐκ τήξεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δίδει τάσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ὅτι τὸν χρυσὸν κατειργάζοντο οἱ ἀρχαῖοι εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο.
Ἐν τούτοις ὁ κ. Μητσόπουλος καὶ ὁ κ. Ζαλοκώστας, οἵτινες περιῆλθον τὰ πέριξ δὲν εὗρον στρώματα γεωλογικὰ ὑποδεικνύοντα ὅτι πιθανὸν εἰς τὰ πλησίον μέρη νὰ ὑπῆρχε μεταλλεῖον χρυσοῦ, Σιδηροπυρίτης, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται συνήθως ὁ χρυσὸς, δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ πέριξ.
Τὸ συμπέρασμα
Βεβαίως δὲν προκεῖται περὶ πλουσίου μεταλλείου, ἀποφαίνονται οἱ δύο ἐπιστήμονες, οὔτε μεγάλη ποσότης χρυσοῦ κρύπτεται ὑπὸ τὸ χῶμα. Ἡ μεγάλη σπουδαιότης τοῦ εὑρήματος εἶνε ὅτι ὑποδεικνύει ὅτι εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἂν γίνουν εἰς τὸ μέλλον ἀνασκαφαί, θ’ ἀποκαλύψωσι σπουδαιότατα ἀρχαιολογικὰ κειμήλια, τάφους καὶ μνημεῖα.
Εἰς τὸν ἕνα μάλιστα τῶν πέριξ λόφων ὑπάρχουν ἤδη ἴχνη ἀρχαιοτήτων, τὰς ὁποίας καὶ ὁ χάρτης τοῦ Γαλλικοῦ ἐπιτελείου σημειώνει ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ἑλληνικά». Ἐπίσης εἰς ἄλλον λόφον πλησίον εὑρίσκεται καὶ μεγίστη δεξαμενὴ ἐντὸς τοῦ βράχου λελαξευμένη θαυμασίας συντηρήσεως.
Πάντα ταῦτα διδοῦσι νὰ ὑποτεθῇ ὅτι εἰς τὸ μέρος τοῦτο ἐκεῖτο ἡ παλαιὰ Ἄβια περὶ
τῆς ὁποίας ἀναφέρει ὁ Παυσανίας καὶ ὅτι τὰ τεμάχια τοῦ χρυσοῦ προέρχονται ἐκ τῶν κοσμημάτων μὲ τὰ ὁποῖα οἱ κάτοικοι ἐστόλιζον τοὺς νεκρούς. Πιθανὸν δὲ εἰς μεγαλείτερον βάθος νὰ εὑρίσκωνται καὶ μεγαλείτερα τεμάχια αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τοῦ βάρους τῶν κατέπεσαν βαθύτερον ἐντὸς τοῦ χώματος κατὰ τὰς βροχάς.

Εστία, αρ. φύλ. 129, 08.07.1900: 3

ΠΗΓΗ: Αριστοτελειο Πανεπιστημιο Θεσσαλονικης – Ψηφιοθηκη

Θησαυρὸς
Εἴς τι μαγαζεῖον τῆς παλαιᾶς ἀγορᾶς ἐν Θουρίᾳ τῆς Μεσσηνίας γενομένης ἀνασκαφῆς πρὸς ἀνεύρεσιν εἰκόνος τοῦ Σωτῆρος καὶ θησαυροῦ, ὡς διϊσχυρίζετο ὁ Ἠλίας Μελταδόπουλος, ὅστις παρεκινήθη πρὸς τοῦτο κατ’ ὄναρ, εὑρέθη εἰς βάθος 6 μέτρων ἓν ἀργυροῦν νόμισμα ἀγνώστου ἐποχῆς καὶ ἀξίας καὶ μία πλὰξ ἐνεπίγραφος. Καὶ τὸ μὲν νόμισμα ἀπεστάλη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς παιδείας, ἡ πλὰξ ὅμως ἀπεκρύβη καὶ εἰσέτι δὲν ἀνεκαλύφθη.

Νέα Εφημερίς, αρ. φύλ. 203,  21.07.1888: 2

ΠΗΓΗ: Αριστοτελειο Πανεπιστημιο Θεσσαλονικης – Ψηφιοθηκη

Ἠγγέλθη χθὲς τηλεγραφικῶς ἐκ Καλαμῶν ἡ ἑπομένη ἀνακάλυψις, ἥτις ὑπενθυμίζει τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο καθ’ ὃ σπογγαλιευτικὰ πλοιάρια Ὑδραίων ἀνείλκυσαν ἐκ τῶν βυθῶν τῆς θαλάσσης παρὰ τὴν Ἄνδρον χιλιάδας νομισμάτων. Ὡς ἐν καιρῷ εἴχομεν ἀναγγείλει πρὸς τοὺς ἀναγνώστας ἡμῶν, ὑπό τινα βράχον ἐν τῷ χωρίῳ Γαρδικίῳ τοῦ δήμου Θουρίας τῶν Καλαμῶν χωρικός τις, Βαρβίλης καλούμενος, εἶχεν ἀνεύρει σωρὸν νομισμάτων ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς, τὰ ὁποῖα κατασχεθέντα εὑρέθησαν 470 περίπου. Ἤδη ἀγγέλλεται ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχή, ἥτις μεταβᾶσα εἰς τὸ χωρίον ἐπελήφθη ἐρευνῶν καὶ ἀνακρίσεων, ἀνεκάλυψεν ὅτι ὁ εὑρεθεὶς θησαυρὸς δὲν εἶνε μόνον τὰ νομίσματα ταῦτα. Ἐκ τῶν ἀγρῶν τοῦ Γαρδικίου οἱ εὐτυχεῖς χωρικοὶ ἐξήγαγον μέχρι τοῦδε πολλὰς ὀκάδας νομισμάτων, κατὰ τὰς πληροφορίας δὲ τῆς ἄνω ἀρχῆς εἰς 25 ἀνέρχονται ὀκάδας τὰ νομίσματα ταῦτα (!) ἐξ ὧν ἄλλα μὲν ἐπωλήθησαν ὑπὸ τῶν χωρικῶν, ἄλλα κρύπτονται καὶ ἄλλα κατεσχέθησαν. Τοιαῦτα νομίσματα δὲν ἀπεστάλησαν εἰσέτι εἰς τὸ ὑπουργεῖον πρὸς ἐξέτασιν, μυστήριον δὲ ἀποβαίνει ἡ εὕρεσις τόσων χιλιάδων νομισμάτων ἐν Γαρδικίῳ συσσωρευμένων μάλιστα.
Εφημερίς, αρ. φύλ. 168, 17.06.1890

ΠΗΓΗ: Αριστοτελειο Πανεπιστημιο Θεσσαλονικης