Archive for the ‘ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ’ Category

Χρυσός σφραγιστικός δακτύλιοςΆνθεια (θολωτός τάφος). 16ος – 15ος αι. π.Χ.

Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας

Ο Γρύπας ήταν τέρας της Ελληνικής μυθολογίας. Είχε σώμα λιονταριού ή αλόγου, κεφάλι και φτερά αετού. Επίσης σε μερικές αναπαραστάσεις του φαίνεται πως έχει και ουρά φιδιού. Ο μύθος του θεωρείται ότι προέρχεται από την Μεσοποταμία. Πιθανότατα η γέννηση του μύθου ανάγεται στην εποχή της πρώτης ανακάλυψης απολιθωμάτων δεινοσαύρων από τον προϊστορικό άνθρωπο. Η ράχη του ήταν σκεπασμένη με φτερά και τα νύχια στα λιονταρίσια πόδια του ήταν δυνατά και γαμψά σαν του αετού. Είναι ένα φτερωτό θηρίο με κεφάλι και νύχια αετού και σώμα λιονταριού ή αλόγου.  Ο αρσενικός Γρύπας δεν έχει φτερά σε αντίθεση με το θηλυκό. Στην Εραλδική τέχνη εμφανίζεται δίχως φτερά. Συμβολίζει τον ήλιο, τον ουρανό, το φως της αυγής που γίνεται χρυσαφένιο. Επίσης, συμβολίζει τις δυνάμεις του αετού και του λιονταριού. ‘Όταν εμφανίζεται ως φύλακας θησαυρών σχετίζεται με την επαγρύπνηση και εκδίκηση. Στην Ανατολή ο Γρύπας συμβολίζει την σοφία και την φώτιση. Στην Ελλάδα ήταν αφιερωμένος στον Απόλλωνα σαν ηλιακό σύμβολο, στην Αθηνά σαν σοφία και στην Νέμεση σαν εκδίκηση.
Οι γρύπες του σφραγιστικού δακτύλιου της αρχαίας Άνθειας είναι ιππόγρυπες.
Ο Ιππόγρυπας είναι μισός άλογο και μισός Γρύπας. Τα φτερά του, τα μπροστινά του πόδια το κεφάλι και το ράμφος του ήταν σαν ενός Γρύπα. Ενώ σ’ όλα τ’ άλλα έμοιαζε με άλογο. ‘Οπως τα φτερωτά άλογα του Απόλλωνα, έτσι και ο Ιππόγρυπας είναι ηλιακό σύμβολο.
Τον συναντάμε σε πολλές μυθολογίες. Το συναντάμε στην Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία & την Ελλάδα. Στην Αίγυπτο ήταν η προσωποποίηση του Ήλιου. Το μεσαίωνα ο ιππόγρυπας ήταν σύμβολο της αδυναμίας.
Σε Σκυθικά στολίδια έχουν βρεθεί ιππόγρυπες να επιτίθονται σε άλογα.
Σύμφωνα με το μύθο, οι Αριμασποί βρίσκονται σε συνεχή πάλη με τους γρύπες για το χρυσό. Η χώρα στην οποία ο Αριστέας και ο Ηρόδοτος τοποθετούν τους Αριμασπούς αναφέρεται αόριστα ως βορράς της Ευρώπης, στην άκρη της Οικουμένης, ενώ η μεταγενέστερη γραμματεία τούς τοποθετεί πέραν των Ριπαίων ορέων, στην Ασία. Για τον Ηρόδοτο, παρόλο που εκφράζει την επιφύλαξή του ως προς το να ήταν μονόφθαλμα όντα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για πραγματικές φυλές.  Με παρόμοιο τρόπο τούς αντιμετωπίζει και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ενώ στα σχόλια στον Πίνδαρο βρίσκουμε και το όνομα του βασιλιά-γενάρχη τους, του Αριμασπού. Ο Ευστάθιος, για τον οποίο οι Αριμασποί είναι «έθνος σκυθικόν», προσπαθεί με λογικό τρόπο να εξηγήσει τη μονοφθαλμία τους, συσχετίζοντάς τη με την εξάσκηση στην τοξοβολία, η οποία τους αναγκάζει να κλίνουν το ένα τους μάτι για να στοχεύσουν. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Διονύσιος ο Περιηγητής τούς ονομάζει «αρειμανείς» ή «αρειμανίους». Ωστόσο, στο μεγαλύτερο μέρος τους η ελληνική και η λατινική γραμματεία επαναλαμβάνουν τις πληροφορίες του Ηροδότου, προσθέτοντας ενίοτε σε αυτές κάποιες καθαρά διακοσμητικές λεπτομέρειες.

Οι γρύπες στη λογοτεχνία και την τέχνη
Τη μορφή του γρύπα την επεξεργάστηκαν στην αρχαία Ελλάδα τόσο λογοτεχνικά όσο και εικαστικά. Ξεκινώντας από την πρώτη αναφορά τους από τον Αριστέα, στη διάρκεια της Αρχαιότητας οι γρύπες μετατράπηκαν σε εχθρικά προς τους ανθρώπους τέρατα, τα οποία διέθεταν σώμα λέοντος ή ίππου και κεφαλή και φτερά αετού.
Αρκετά περίπλοκη είναι και η εικαστική εξέλιξη του γρύπα. Θεωρείται ότι η μορφή του εμφανίστηκε στην Ανατολή. Στην Ελλάδα ο γρύπας, ως ον που συνδυάζει τα χαρακτηριστικά πτηνού και τετράποδου ζώου, εμφανίστηκε κατά την Κρητομινωική περίοδο και είναι γνωστός από τις παραστάσεις από την Κνωσό την Πύλο και την Άνθεια. Όμως οι παραστάσεις των κρητομινωικών γρυπών και των ιππογρυπών της Άνθειας είναι αρκετά διαφορετικές από τις παραστάσεις τους στην αρχαϊκή και την κλασική τέχνη. Ένας νέος τύπος γρύπα εισήχθηκε στην ελληνική τέχνη στα τέλη του 8ου αι. π.Χ. από τη Μέση Ανατολή, αρχικά στα νησιά του Αιγαίου και από εκεί στην ηπειρωτική Ελλάδα. Σε αυτόν ανήκουν οι αρχαϊκές χάλκινες προτομές γρύπα και οι πολυάριθμες σχετικές παραστάσεις του στη γραπτή κεραμική της ανατολίζουσας τεχνοτροπίας, στα νομίσματα και σε έργα μικροπλαστικής. Οι αρχαϊκοί γρύπες έχουν ανοιχτό ράμφος, χαίτη και κέρας και μόνο στα Κλασικά χρόνια διαμορφώνεται ο συνήθης σε εμάς τύπος γρύπα, με ρεαλιστική απόδοση των χαρακτηριστικών αετού και λέοντα. Η μορφή του γίνεται σταθερό θέμα πολλαπλών παραστάσεων στα έργα τέχνης, στη γλυπτική, στα νομίσματα, σε διάφορα άλλα αντικείμενα και στα γραπτά αγγεία. Ιδιαίτερα συχνά συναντάμε το γρύπα σε παραστάσεις στα αττικά αγγεία της λεγόμενης τεχνοτροπίας του Κερτς, κυρίως του 4ου αι. π.Χ., όπου συνήθως συνοδεύει τις παραστάσεις Αμαζόνων, του Απόλλωνα και του Διονύσου.

Ο Ιππόγρυπας όπως μεταφέρθηκε στον φανταστικό κόσμο του Χάρι Πότερ

Ο Ιππόγρυπας όπως μεταφέρθηκε στον φανταστικό κόσμο του Χάρι Πότερ

Οι γρύπες ως μυθολογικό στοιχείο
Η ελληνική μυθολογία συνδέει τους γρύπες με διάφορους θεούς. Στον Αισχύλο είναι τα σκυλιά του Δία, στο Νόννο είναι τα ζώα της Νέμεσης, ενώ στα έργα τέχνης ο γρύπας συχνά συνδέεται με το Διόνυσο.  Αλλά ισχυρότερη είναι η σχέση του γρύπα με τον Απόλλωνα, με τον οποίο συνδέεται μέσω του δηλιακού μύθου για τους Υπερβορείους. Είναι οι γρύπες που φέρουν την άμαξα του θεού κατά το ταξίδι του προς τους Υπερβορείους. Έτσι και οι ιππόγρυπες του σφραγιστικού δακτυλίου φέρουν την άμαξα των θεοτήτων της Άνθειας.  Ως επιφάνειος ο Απόλλωνας καλπάζει πάνω σε γρύπα. Στην αρχαία Ελλάδα ο γρύπας νοούνταν ως ηλιακό σύμβολο, αλλά η σχέση του με τον ορυκτό χρυσό τού προσδίδει χθόνια χαρακτηριστικά.

Εξαιρετικά δημοφιλείς ήταν οι παραστάσεις των γρύπων στη Σκυθία, όπου η μορφή τους έφτασε μέσω δύο οδών· από την Ανατολή  και από τις ελληνικές αποικίες του βορείου Ευξείνου. Οι γρύπες αποδείχθηκαν στενά συνδεδεμένοι με τη σκυθική μυθολογία, όπου αντιπροσώπευαν το χθόνιο στοιχείο.

Ξεκινώντας από τον 5ο αι. π.Χ., η εικαστική μορφή του γρύπα στην αρχαία ελληνική τέχνη συχνά συνδέεται με τους Αριμασπούς και κατά τον 4ο αι. π.Χ. η πάλη τους γίνεται σταθερό θέμα της αττικής αγγειογραφίας στα αγγεία της τεχνοτροπίας του Κερτς. Στους συγγραφείς συναντάμε μια παράλληλη εκδοχή του μύθου για τους Αριμασπούς και τους γρύπες. Πρόκειται για την ιστορία για τα μυρμήγκια, από τα οποία οι Ινδοί κλέβουν το χρυσό. Στον Κτησία τα μυρμήγκια μετατρέπονται σε γρύπες και σε ολοκληρωμένη μορφή στο Σολινό. Ο μύθος αυτός θυμίζει πλέον έντονα την εκδοχή με τους Αριμασπούς. Οι ίδιοι οι αρχαίοι παρατηρούσαν αυτή την ομοιότητα.

Η ερμηνεία του μύθου της πάλης των Αριμασπών με τους γρύπες είναι εξαιρετικά δύσκολη. Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίζεται ως λογοτεχνικό θέμα, όπου οι ήρωες τοποθετούνται σε άγνωστα μέρη της γης και χάρη της μυθοπλαστικής φαντασίας αποκτούν φανταστικά χαρακτηριστικά. Όπως συμβαίνει πολλές φορές, και αυτός ο μύθος μπορεί να βασίζεται σε κάποια πραγματικά στοιχεία. Έτσι, μερικοί ερευνητές τον ερμηνεύουν κυριολεκτικά και πιστεύουν ότι πίσω από τις φανταστικές λεπτομέρειες κρύβεται ένας πραγματικός αρχαίος λαός, οι Αριμασποί. Υπάρχει και η άποψη ότι και οι αναφερόμενοι από τον Αριστέα και τον Ηρόδοτο γρύπες ήταν όχι φανταστικά όντα αλλά η ονομασία ενός αρχαίου λαού, που, λόγω της ομοιότητας του μύθου για τους γρύπες του βορρά και της Ινδίας, μετατράπηκε στη λογοτεχνική παράδοση σε φανταστικά τέρατα. Οι άκρως αόριστες πληροφορίες για τον τόπο κατοικίας των Αριμασπών επιτρέπουν στους ερευνητές να τους τοποθετούν σε διάφορες περιοχές, ανάμεσα στα Ουράλια όρη και το Αλτάι στη Σιβηρία, δηλαδή στην περιοχή όπου κατοικούσαν σιβηροσκυθικές φυλές. Γι’ αυτό το λόγο και η ονομασία Αριμασποί ερμηνεύεται ως προερχόμενη από το αρχαιοϊρανικό aspa, που σημαίνει ίππος.
Άλλη άποψη υπογραμμίζει πρωτίστως το μυθικό στοιχείο του μοτίβου και βλέπει εδώ τη μεταφορά στην αρχαία ελληνική παράδοση ενός στοιχείου της σκυθικής ή, μέσω αυτής, μιας αρχαιότερης μυθολογικής παράδοσης. Οι γρύπες, με βάση την ανάλυσή τους στα έργα της σκυθικής τέχνης, ερμηνεύονται ως η προσωποποίηση του επέκεινα κόσμου. Η δε πάλη των Αριμασπών με τους γρύπες σε αυτή την περίπτωση αποκτά έννοια συμβολική, εκφράζοντας την ιδέα των εμποδίων που συναντάει η ψυχή στο δρόμο προς το βασίλειο των νεκρών ή την πάλη του Άνω και του Κάτω Κόσμου για την κατοχή της θεϊκής ύλης, η οποία αντιπροσωπεύεται από το χρυσό.  Οι Αριμασποί νοούνται ως οι φύλακες των συνόρων της χώρας της ευδαιμονίας. Να θυμηθούμε ότι οι Αριμασποί του Αριστέα και του Ηροδότου ήταν γείτονες των Υπερβορείων, ενός εξιδανικευμένου λαού, συνδεδεμένου στην ελληνική μυθολογική παράδοση, μέσω του Απόλλωνα, με τη λατρεία του Ηλίου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Απόλλωνας κάνει το ταξίδι του στη χώρα τους πετώντας πάνω σε γρύπα, ένα δαμασμένο τέρας του κόσμου των νεκρών.
Όποια ερμηνεία του θέματος κι αν επιλέξουμε, την κυριολεκτική ή την καθαρά μυθολογική, και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ένα στοιχείο που τις ενώνει. Ο μύθος για την πάλη των Αριμασπών με τους γρύπες αντανακλά τις μυθολογικές αντιλήψεις των αρχαίων ιρανόφωνων φυλών της Ασίας και του βορείου Ευξείνου, οι οποίες εισήχθηκαν στην ελληνική κοσμολογία και την εικαστική παράδοση μετά τη γνωριμία των Ελλήνων με το σκυθικό κόσμο.

Το ταξίδι του Μεγάλου Αλέξανδρου στους ουρανούς

(απεικόνιση στη Pala d’ Oro)

Η Pala d’ Oro φέρει και παράσταση ανθρώπου που φορά βασιλικό στέμμα ανάμεσα σε δύο γρύπες και που δεν είναι τίποτα άλλο παρά αναπαράσταση του φανταστικού ταξιδιού του μεγάλου Αλέξανδρου στους ουρανούς, όπως αυτό έχει περιγραφεί στο Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου του Ψευδο-Καλλισθένη.

Ο Μέγας Αλέξανδρος ταξιδεύει στους ουρανούς με τη βοήθεια δύο γρυπών. Παράσταση στην Pala d' Oro

Ο Μέγας Αλέξανδρος ταξιδεύει στους ουρανούς
με τη βοήθεια δύο γρυπών.
Παράσταση στην Pala d’ Oro

Σύμφωνα με μία από τις περιγραφές αυτών των φανταστικών περιπετειών του, ο Αλέξανδρος κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη χώρα των Μακάρων επιχείρησε να εξερευνήσει τους ουρανούς και για τον σκοπό αυτόν διέταξε να συλλάβουν δύο τεράστια όρνεα της περιοχής (γρύπες) τα οποία:

απεικόνιση του Αλέξανδρου να ταΐζει συκώτια τους γρύπες και  πετάει στον ουρανό

απεικόνιση του Αλέξανδρου να ταΐζει συκώτια τους γρύπες και να πετάει στον ουρανό

4

απεικόνιση του Αλέξανδρου να πετάει στον ουρανό

«… προσέταξεν μη φαγείν βρώματα μέχρι τριών ημερών· τη δε τρίτη ημέρα προσέταξε κατασκευασθήναι ξύλον όμοιον ζυγώ και τούτο προσδεθήναι εν τοις τραχήλοις αυτών. Είτα ελθών αυτός εν τω μέσω του ζυγού εκράτησε το δόρυ ωσεί πήχυν το μήκος, έχον επάνω ήπαρ. Ευθύς ουν αναπτάντα τα όρνεα του φαγείν το ήπαρ, ανήλθε μετ’ αυτών ο Αλέξανδρος εν τω αέρι εις ύψος. Πάνυ δε έτρεμε διά την του αέρος ψυχρότητα την εκ των ορνέων εκείνων γεγενήμενην. Είτ’ ευθύς συναντά αυτόν πετεινόν ανθρωπόμορφον, και λέγει αυτώ: Αλέξανδρε, τα επίγεια μη γινώσκων, πώς τα ουράνια καταλάβειν επιζητείς; Υπόστρεψον ουν διά τάχους επί την γην, μήπως όρνεοις τούτοις κατάβρωμα γενήση.».

απεικόνιση του Αλέξανδρου να ταΐζει συκώτια τους γρύπες και πετάει στον ουρανό

απεικόνιση του Αλέξανδρου να ταΐζει συκώτια τους γρύπες και πετάει στον ουρανό

απεικόνιση του Αλέξανδρου να ταΐζει συκώτια τους γρύπες και να πετάει στον ουρανό

Η απεικόνιση της μεταφοράς του άρματος που σύρεται από ιππόγρυπες , των θεοτήτων της Άνθειας, μεταφέρθηκε διαχρονικά και ενσωματώθηκε στις θρησκείες , στους μεταγενέστερους μύθους της ανθρωπότητας και στους  σημερινές μαγικούς κόσμους .

Η Λειψανοθήκη

Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού

Νέα Ακρόπολη

ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Ελεφαντοστέινα ομοιώματα οκτώσχημων ασπίδων. Διακοσμητικά στοιχεία προσαρμοσμένα σε έπιπλα ή άλλα αντικείμενα.Άνθεια (θολωτός τάφος).16ος - 15ος αι. π.Χ.

Ελεφαντοστέινα ομοιώματα οκτώσχημων ασπίδων. Διακοσμητικά στοιχεία προσαρμοσμένα σε έπιπλα ή άλλα αντικείμενα.Άνθεια (θολωτός τάφος).16ος – 15ος αι. π.Χ.

Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας

Η ΟΚΤΩΣΧΗΜΗ ΑΣΠΙΔΑ
Οι τύποι ασπίδας (αποκαλούμενη «σάκος») που χρησιμοποιούνταν από τους πρώιμους δορυφόρους ήταν ο πυργόσχημος ή πυργοειδής και ο οκτώσχημος, αμφότεροι επινοημένοι στη μινωική Κρήτη.
Αυτές οι ολόσωμες ασπίδες προστάτευαν τον πολεμιστή από το πηγούνι έως τους αστραγάλους. Φαίνεται πως κατασκευάζονταν από πυκνό πλέγμα κλάδων λυγαριάς το οποίο προσαρμοζόταν σε ισχυρό ξύλινο πλαίσιο. Η αναφερόμενη κατασκευή καλυπτόταν με αλλεπάλληλες επενδύσεις δέρματος βοοειδών και, όπως φαίνεται σε θηραική νωπογραφία αιγοειδών. Η ασπίδα κρέμονταν από τον αριστερό ώμο του πολεμιστή, διαγωνίως, με τελαμώνα (δερμάτινο ιμάντα) και είχε τουλάχιστον μια κεντρική λαβή στο εσωτερικό της. Οι δύο ολόσωμοι τύποι ασπίδας χρησιμοποιούντο παράλληλα κατά τον 16ο αι. π Χ. και μάλλον δεν σχετίζονταν με κάποια ιδιαίτερα σώματα των αιγαίων στρατών. Φαίνεται πως η τυχαία χρήση τους εντός της ίδιος παράταξης oφείλετο στις προσωπικές προτιμήσεις των πολεμιστών και στην κοινωνικοοικονομική τους θέση (επειδή οι οκτώσχημες ασπίδες ήταν ανώτερες τεχνικά από τις πυργόσχημες και επομένως ακριβότερες). Η οκτώσχημη ασπίδα (αποκαλούμενη έτσι λόγω του σχήματος «8») υπήρξε τόσο δημοφιλής ώστε κατέστη επιπρόσθετα έμβλημα εξουσίας και θρησκευτικό-λατρευτικό έμβλημα των Μινωιτών κα των Μυκηναίων, αντιπροσωπευτικό κάποιων (άγνωστων) θεοτήτων.  Ο Αρθουρ Εβανς και άλλοι οι οποίοι ασχολήθηκαν μετά από εκείνον με το πρόβλημα της προέλευσης της συμπέραναν πως οι πρώτοι φορείς της ήταν οι Μινωίτες, από τους οποίους τη παρέλαβαν οι Μυκηναίοι.  Η αρχαιολόγος Δ. Δανιήλίδου, σε σχετική «εξαντλητική» μελέτη της για την οκτώσχημη ασπίδα, συμπέρανε πως εμφανίσθηκε στην Κρήτη το αργότερο κατά την Πρωτομινωική ΙΙ (δεύτερο μισό 3ης προχριστιανικής χιλιετίας) κι πως από εκεί διαδόθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα κατά την Υστεροελλαδική Ι (17ος-ΐ6ος αι. πΧ).  Από εκεί η βελτιωμένη μυκηναϊκή «εκδοχή» της διαδόθηκε στην Κρήτη της Υστερομινωικής I Β ως «δάνειο εξ επιστροφής», από τους Αχαιούς κατακτητές. Η χρήση της οκτώσχημης ως όπλο και λατρευτικό σύμβολο κορυφώθηκε κατά τις Υστεροελελλαδική II και III.

οκτώσχημη ασπίδα

οκτώσχημη ασπίδα

Η οκτώσχημη ασπίδα, σε αντίθεση με την πυργοειδή, έφερε ένα εγκάρσιο ομφαλοειδές κύφωμα στην επιφάνεια της, το οποίο επέτρεπε στον πολεμιστή να το χρησιμοποιεί επιθετικά με στόχο τη διάρρηξη του αντίπαλου «τείχους» ασπίδων.  Επιπρόσθετα, το κυρτό σχήμα της θα ήταν αποτελεσματικό για τον εξοστρακισμό των εχθρικών πληγμάτων ή βλημάτων. Ομως, το κυριότερο χαρακτηριστικό της είναι οι δύο πλάγιες «εγκοπές» στη μέση της, που της έδιναν το σχήμα «8». Εχουν διατυπωθεί αρκετές απόψεις για τη χρησιμότητα τους, αλλά η πιθανότερη είναι πως εξυπηρετούσαν τη χρήση του ξίφους και του δόρατος. Η εγκοπή επέτρεπε στον πολεμιστή να καταφέρει με το ξίφος του νυκτικό πλήγμα στον αντίπαλο από τα πλάγια, εκδοχή που υποστηρίζεται από το γεγονός ότι τα πρώιμα μινωικά-μυκηναϊκά ξίφη ήταν σχεδιασμένα περισσότερο για νυκτικό κτύπημα. Το ίδιο μπορούσε να πράξει και με το δόρυ, καταφέροντας χαμηλό πλήγμα στον αντίπαλο (το υψηλό πλήγμα επιτυγχανόταν με το δόρυ πάνω από την ασπίδα). Γενικά στην παράταξη φάλαγγας των δορυφόρων, οι αναφερόμενες εγκοπές θα δημιουργούσαν ρομβοειδή κενά στο «τείχος» των οκτώσχημων ασπίδων (με τη μία ασπίδα «στηριγμένη» στη διπλανή της), από τα οποία οι δορυφόροι θα μπορούσαν να πλήξουν τους αντιπάλους με ξίφος ή δόρυ. Επίσης, οι εγκοπές μείωναν το βάρος της ασπίδας ανακουφίζοντας τον πολεμιστή. Το μέγεθος των ολόσωμων ασπίδων προσέφερε πλήρη προστασία στον δορυφόρο, ωστόσο συνιστούσε και το κύριο μειονέκτημα τους, επειδή περιόριζε πολύ τις κινήσεις του, αναγκάζοντας τον να μάχεται σχεδόν με στατικό τρόπο. Ωστόσο, αυτό δεν ήταν σημαντικό μειονέκτημα για τις τακτικές της εποχής. Η αλλαγή στις πολεμικές μεθόδους κατά την Υστερη περίοδο, με τις νέες ευέλικτες τακτικές και τις εκτεταμένες ορειχάλκινες θωρακίσεις, οδήγησε την ολόσωμη οκτώσχημη ασπίδα σε αχρησία. Ομως τα αρχαιολογικά τεκμήρια δείχνουν ότι η χρήση της δεν καταργήθηκε παντού.  Ενα κυπριακό αγαλματίδιο του 7ου αι. π.Χ. αναπαριστά πολεμιστή με ολόσωμη οκτώσχημη ασπίδα. Η ασπίδα του ειδωλίου έχει δύο λοβούς ίου οκτώοχημου τροχού, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με μια ενδιάμεση περιοχή. Γενικά οι οκτώσχημες ασπίδες δεν εξαφανίσθηκαν αλλά υπέστησαν μεγάλη μείωση του μεγέθους τους, προκειμένου να έχουν περίπου την έκταση των νέων μικρότερων ασπίδων της Υστερης περιόδου. Τα περισσότερα ευρήματα απεικόνισης ολόσωμων οκιώσχημων ασπίδων προέρχονται από τη Βοιωτία, όπου φαίνεται πως ήταν δημοφιλέστατες. Είναι επόμενο να επιβίωσε εκεί η οκτώσχημη ως λατρευτικό σύμβολο και ως λειτουργικό όπλο και έτσι να εξελίχθηκε στην πρωτοβοιωτική και τη μεταγενέστερη βοιωτική.

Αρης Στουγιαννίδης

ΕΛΛΑΣ

οκτώσχημη ασπίδα1

«Τοιχογραφία με παράσταση «οκτώσχημης ασπίδας»

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Θρησκευτικό Κέντρο της ακρόπολης των Μυκηνών. (13ος αι. π.Χ.) Ύψ. 0,744 μ. Σε λευκό βάθος απεικονίζεται οκτώσχημη ασπίδα που σώζεται σχεδόν ακέραια. Στη επιφάνεια της ασπίδας γραπτά τριφυλλόσχημα διακοσμητικά θέματα δηλώνουν το δέρμα της αγελάδας από το οποίο κατασκευάζονταν οι ασπίδες. Το κατακόρυφο κίτρινο στέλεχος ανάρτησης στο μέσο της ασπίδας διακοσμείται με δύο σειρές μαύρων λοξών γραμμιδίων, που δηλώνουν το τρίχωμα του δέρματος της αγελάδας. Στην κορυφή της ασπίδας απεικονίζεται διακοσμητικός ρόδακας. Πίσω από την ασπίδα, που ήταν ανηρτημένη σε τοίχο, διακρίνονται τμήματα διακοσμητικών ζωνών με συνεχή σπείρα μεταξύ ταινιών. Η οκτώσχημη ασπίδα είναι το σύμβολο της ένοπλης θεάς την οποία πολλοί ερευνητές έχουν ταυτιστεί εύλογα με τη μεταγενέστερη Αθηνά. Η απεικόνιση της οκτώσχημης ασπίδας απαντά για πρώτη φορά στη μεγάλη ζωγραφική των Μυκηνών, είναι όμως γνωστό διακοσμητικό θέμα στη μυκηναϊκή μικροτεχνία, σε χρυσό, ελεφαντόδοντο ή ημιπολύτιμους λίθους.

Τέλος η οκτώσχημη ασπίδα, με άγνωστη προέλευση, αποτελεί ιερό σύμβολο της μινωικής λατρείας.

Geta - Athena

Geta – Athena

MESSENIA, Thuria. Geta. As Caesar, AD 198-209. Æ Assarion (20mm, 4.11 g, 3h)

Ασκέπαστη , ντυμένη και θωρακοφόρα προτομή  του Γέτα αριστερά

Γέτα

Γέτα

Ο Πούμπλιος Σεπτίμιος Αντονίνους Γέτα (7 Μαρτίου 189 –  19 Δεκεμβρίου 211 PVBLIVS SEPTIMIVS ANTONINVS GETA) γνωστός απλά ως Γέτας, υπήρξε συν-αυτοκράτορας της Ρώμης με τον πατέρα του Σεπτίμιο Σεβήρο και τον μεγαλύτερο αδερφό του Καρακάλλα, από το 209 έως το θάνατό του.

Δεξιά  η Αθηνά όρθια με κράνος, δόρυ στο δεξί και φιάλη (επίπεδο κύπελλο χωρίς βάση που το χρησιμοποιούσαν στις σπονδές) στο αριστερό χέρι.

Το νόμισμα είναι σπάνιο και βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση

Αφιερωματικό πλακίδιο από το εσωτερικό του τάφου με ανάγλυφη παράσταση νεκρόδειπνου. Σχετίζεται με τελετές προγονολατρείας ή ηρωολατρείας.Άνθεια (θολωτός τάφος).4ος αι. π.Χ

Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας

Ηρωολατρεία

Ο ήρωας συνήθως λειτουργούσε πριν από τον θάνατό του σαν μια δύναμη διασπαστική της ομάδας, ενώ με τον θάνατό του καθιερωνόταν λατρεία προς τιμήν του, μέσω της οποίας μπορούσε να συγκοληθεί η χαμένη συνοχή. Πρόκειται για κίνηση με πολιτική σκοπιμότητα που εξηγεί και το γεγονός ότι ο Ορφέας σκοτώθηκε από Θρακικές Μαινάδες, επειδή δεν τιμούσε τον πρώην προστάτη του, το Διόνυσο. Η λατρεία των ηρώων στην αρχαία Ελλάδα ήταν δεμένη με τον τάφο τους κι η δύναμή τους οφειλόταν στα λείψανά τους, που ήταν θαμμένα στον τάφο. Μερικές φορές ξέθαβαν τα οστά των ηρώων και τα μετέφεραν σε άλλη πόλη ή περιοχή. Γνωστό παράδειγμα είναι η μεταφορά των οστών του Θησέα από τη Σκύρο στην Αθήνα. Επίσης όταν οι Σπαρτιάτες πολεμούσαν τους Αρκάδες μετέφεραν τα οστά του Ορέστη από την Τεγέα στην Σπάρτη. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι οι ήρωες ήταν πρόθυμοι να υπερασπίσουν την πόλη που ήταν θαμμένοι. Εμφανίσεις ηρώων στα πεδία των μαχών έχουμε συχνά. Στη μάχη του Μαραθώνα, όπου οι Έλληνες αντιμετώπιζαν τους Πέρσες ο Θησέας εμφανίστηκε για να βοηθήσει την πατρίδα του.Το θέμα πού ήταν θαμμένος ένας ήρωας ήταν στοιχείο της . Ποιοι γίνονταν ήρωες, ποια ήταν η σημασία της ύπαρξης περισσοτέρων του ενός τάφων σε διάφορους τόπους, πώς εκδηλωνόταν η παρουσία του νεκρού ήρωα, ποια είναι η σημασία της μεταφοράς των οστών του από τόπο σε τόπο, με ποιον τρόπο λατρεύονταν είναι ζητήματα που απασχόλησαν διεξοδικά διάφορους ερευνητές.
Θεογονία

Θησαυρὸς
Εἴς τι μαγαζεῖον τῆς παλαιᾶς ἀγορᾶς ἐν Θουρίᾳ τῆς Μεσσηνίας γενομένης ἀνασκαφῆς πρὸς ἀνεύρεσιν εἰκόνος τοῦ Σωτῆρος καὶ θησαυροῦ, ὡς διϊσχυρίζετο ὁ Ἠλίας Μελταδόπουλος, ὅστις παρεκινήθη πρὸς τοῦτο κατ’ ὄναρ, εὑρέθη εἰς βάθος 6 μέτρων ἓν ἀργυροῦν νόμισμα ἀγνώστου ἐποχῆς καὶ ἀξίας καὶ μία πλὰξ ἐνεπίγραφος. Καὶ τὸ μὲν νόμισμα ἀπεστάλη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς παιδείας, ἡ πλὰξ ὅμως ἀπεκρύβη καὶ εἰσέτι δὲν ἀνεκαλύφθη.

Νέα Εφημερίς, αρ. φύλ. 203,  21.07.1888: 2

ΠΗΓΗ: Αριστοτελειο Πανεπιστημιο Θεσσαλονικης – Ψηφιοθηκη

Ἠγγέλθη χθὲς τηλεγραφικῶς ἐκ Καλαμῶν ἡ ἑπομένη ἀνακάλυψις, ἥτις ὑπενθυμίζει τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο καθ’ ὃ σπογγαλιευτικὰ πλοιάρια Ὑδραίων ἀνείλκυσαν ἐκ τῶν βυθῶν τῆς θαλάσσης παρὰ τὴν Ἄνδρον χιλιάδας νομισμάτων. Ὡς ἐν καιρῷ εἴχομεν ἀναγγείλει πρὸς τοὺς ἀναγνώστας ἡμῶν, ὑπό τινα βράχον ἐν τῷ χωρίῳ Γαρδικίῳ τοῦ δήμου Θουρίας τῶν Καλαμῶν χωρικός τις, Βαρβίλης καλούμενος, εἶχεν ἀνεύρει σωρὸν νομισμάτων ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς, τὰ ὁποῖα κατασχεθέντα εὑρέθησαν 470 περίπου. Ἤδη ἀγγέλλεται ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχή, ἥτις μεταβᾶσα εἰς τὸ χωρίον ἐπελήφθη ἐρευνῶν καὶ ἀνακρίσεων, ἀνεκάλυψεν ὅτι ὁ εὑρεθεὶς θησαυρὸς δὲν εἶνε μόνον τὰ νομίσματα ταῦτα. Ἐκ τῶν ἀγρῶν τοῦ Γαρδικίου οἱ εὐτυχεῖς χωρικοὶ ἐξήγαγον μέχρι τοῦδε πολλὰς ὀκάδας νομισμάτων, κατὰ τὰς πληροφορίας δὲ τῆς ἄνω ἀρχῆς εἰς 25 ἀνέρχονται ὀκάδας τὰ νομίσματα ταῦτα (!) ἐξ ὧν ἄλλα μὲν ἐπωλήθησαν ὑπὸ τῶν χωρικῶν, ἄλλα κρύπτονται καὶ ἄλλα κατεσχέθησαν. Τοιαῦτα νομίσματα δὲν ἀπεστάλησαν εἰσέτι εἰς τὸ ὑπουργεῖον πρὸς ἐξέτασιν, μυστήριον δὲ ἀποβαίνει ἡ εὕρεσις τόσων χιλιάδων νομισμάτων ἐν Γαρδικίῳ συσσωρευμένων μάλιστα.
Εφημερίς, αρ. φύλ. 168, 17.06.1890

ΠΗΓΗ: Αριστοτελειο Πανεπιστημιο Θεσσαλονικης

Κρατήρας. Άνθεια .8ος αι. π.Χ.

Κρατήρας με γραπτή διακόσμηση από το εσωτερικό του τάφου. Μαρτυρεί τελετές προγονολατρείας / ηρωολατρείας κατά τη γεωμετρική εποχή.Άνθεια (θολωτός τάφος).8ος αι. π.Χ.
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ